Πεπληθυσμένο Ένα – Από την ποιητική συλλογή του Ιωάννη Κοντοπίδη – Εχετλαίου “ΑΝΕΝΔΕΕΣ ΤΟ ΘΕΙΟΝ”

Μέλανες νύχτες και πύρινες πνοές ανέμων, Καικίας και Λίβας ο φονεύς, στροβιλίζονται και μιγνύονται στις ερωτικές προσταγές του γεννήτορος Χάους, προσδιορίζοντας την αδιάκοπη πορεία του ήχου- που ως άλλος ουρανοδρόμος Ερμής, ως άλλος Προμηθέας της επίπλαστης ελπίδας, το ασυνείδητο πάντα

Περισσότερα...

Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ο,τι έχουν

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ο,τι έχουμε, το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι

Περισσότερα...

Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν Άνοιξη στην Αθήνα

  Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδίΆνοιξη χνούδι περιστέραςΆνοιξη σκόνη μυριόχρωμη     Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία     Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι     Με τσιγγάνες που άρπαζε     Σαν     Χαρταετούς     Ψηλά     Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

Περισσότερα...

Πέταγμα προς την ελευθερία

Οἱ περισσότεροι γλάροι δὲ νοιάζονται νὰ μάθουν παρὰ μόνο τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πέταγμα — πῶς νὰ πετοῦν ἀπ᾿ τὴν ἀκτή στὴν τροφή τους καὶ πίσω πάλι. Γιὰ τοὺς  περισσότερους γλάρους σημασία δὲν £ἔχει τὸ πέταγμα, ἀλλὰ τὸ φαγητό. Γιὰ τοῦτον, ὅμως, τὸ γλάρο σημασία δὲν εἶχε τὸ φαγητό, ἀλλὰ τὸ πέταγμα. Πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἀγαποῦσε νὰ πετάει. Ἕνας τέτοιος τρόπος σκέψης δὲν ἦταν, καθὼς ἀνακάλυψε, τὸ καλύτερο μέσο γιὰ νὰ  γίνεις ἀγαπητὸς στ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀκόμα καὶ οἱ γονεῖς του ἔνιωθαν ἀπογοήτευση ὅταν ὁ  Ἰωνάθαν περνοῦσε μέρες ὁλόκληρες μόνος, κάνοντας ἑκατοντάδες χαμηλὲς πτήσεις μὲ  ἀκίνητα φτερά, κάνοντας δοκιμές.   «Γιατί Ἴων, γιατί;» ρωτοῦσε ἡ μάνα του. «Γιατί εἶναι τόσο δύσκολο, Ἴων, νὰ εἶσαι ὅπως  ὅλα τ᾿ ἄλλα πουλιὰ στὸ σμῆνος; Γιατί δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τὸ χαμηλὸ πέταγμα στοὺς  ἄλμπατρος, στοὺς πελεκάνους; Γιατί δὲν τρῷς; Γιόκα μου, εἶσαι φτερὸ καὶ κόκαλο!». «Μάνα, δὲ μὲ πειράζει νἆμαι φτερὸ καὶ κόκαλο. Θέλω μόνο νὰ ξέρω τί μπορῶ καὶ τί δὲ  μπορῶ νὰ κατορθώσω στὸν ἀέρα. Τίποτ᾿ ἄλλο. Θέλω νὰ ξέρω». «Ἄκου ἐδῶ Ἰωνάθαν», εἶπε ὁ πατέρας του, ὄχι δίχως καλοσύνη. «Ὁ χειμῶνας πλησιάζει. Οἱ βάρκες θἆναι λιγοστὲς καὶ τ᾿ ἀφρόψαρα θὰ κολυμποῦν βαθιά. Ἂν πρέπει κάτι νὰ  μελετήσεις, μελέτα τὴν τροφὴ καὶ πῶς νὰ τὴν ἐξασφαλίσεις. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεση μὲ τὶς  πτήσεις εἶναι πολὺ καλή, ἀλλὰ μιὰ πτήση μ᾿ ἀκίνητα φτερὰ δὲν τρώγεται. Τὸ ξέρεις. Μὴ  ξεχνᾷς πὼς ἂν πετᾶς εἶναι γιὰ νὰ τρῶς».   …πολὺ σύντομα ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ξανάφυγε μόνος πάλι, πέρα στ᾿ ἀνοιχτά, πεινασμένος, εὐτυχισμένος, μαθαίνοντας. Θέμα ἦταν ἡ ταχύτητα, καὶ μὲ μία βδομάδα ἐξάσκηση ἔμαθε γιὰ τὴν ταχύτητα πολλὰ  περισσότερα ἀπὸ τὸν πιὸ γρήγορο γλάρο στὸν κόσμο. Ἀνέβαινε χίλια πόδια ψηλά. Μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη πετοῦσε πρῶτα μπροστά, κι᾿ ὑστέρα  μονομιᾶς, φτερουγίζοντας, ἄρχιζε τὴν κάθετη βουτιά. Τότε, κάθε φορά, ἡ ἀριστερὴ  φτεροῦγα του ἔχανε τὸν ἔλεγχο στὴν πάνω κίνηση, κατρακυλοῦσε κεῖνος ἀπότομα  ἀριστερά, ἔχανε τὸν ἔλεγχο τῆς δεξιᾶς φτερούγας προσπαθώντας νὰ τὴν ἐπαναφέρει, καὶ τιναζόταν σὰν φωτιὰ σ᾿ ἕνα τρελλὸ στριφτὸ κουτρουβάλιασμα πρὸς τὰ δεξιά. Ὅλη του ἡ προσοχὴ δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνη τὴν κίνηση τῆς φτερούγας. Προσπάθησε δέκα φορές, καὶ κάθε φορά, καθὼς ξεπερνοῦσε τὰ ἑβδομήντα μίλια τὴν  ὥρα, γινόταν ξαφνικὰ μιὰ ἀνάκατη μάζα ἀπὸ φτερά, δίχως ἔλεγχο, ποὺ γκρεμιζόταν στὴ  θάλασσα.   Καθὼς βούλιαξε χαμηλὰ στὸ νερό, μιὰ παράξενη κούφια φωνὴ ἀντήχησε μέσα του. Δὲν  ὑπάρχει τρόπος νὰ ξεφύγω. Εἶμαι γλάρος. Εἶμαι ἀπ᾿ τὴν φύση μου περιορισμένος. Ἂν  ἤμουν φτιαγμένος νὰ μάθω τόσα πολλὰ γιὰ τὸ πέταγμα θἆχα διαγράμματα ἀντὶ γιὰ 

Περισσότερα...

Θάνατος δεν υπάρχει!

«Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το

Περισσότερα...

«Ποιος είναι;»

Κάποιος πήγε στην πόρτα του Αγαπημένου και χτύπησε. Μια φωνή ρώτησε «Ποιός είναι;» Αυτός απάντησε, «Εγώ είμαι» Η φωνή είπε, «Δεν υπάρχει χώρος για Μένα και Σένα» Η πόρτα ασφαλίστηκε. Μετά από ένα χρόνο απομόνωσης και στερήσεων, επέστρεψε και ξαναχτύπησε.

Περισσότερα...

Μάνος Χατζιδάκις: Αναρχικός, ένας μύθος σύγχρονης καταδίωξης

Ένα άρθρο δημοσιευμένο μερικές δεκαετίες πριν, που όμως παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ, αντικατοπτρίζοντας την εν γένει πραγματικότητα μέσα στην απλότητά του και τον δικό του ανάγλυφο τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας/μουσικοσυνθέτης μιλά για τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας που

Περισσότερα...

ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΩ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ

  Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε ανεβαίνοντας κι αυτή

Περισσότερα...

ΕΡΩΤΑΣ νυν και αεί

Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις, ος εν μαλακαις παριαιίς νεάνιδος εννυχεύεις, φοιτάς δ’ υπερπόντιος εν τ’ αγρονόμοις αυλαίς και σ’ ουτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς ουθ’ αμερίων σε γ’ ανθρω- πων, ο δ΄έχων μέμηνεν. συ και δικαίους αδίκους

Περισσότερα...

Ευτυχισμένοι

(Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες) Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει ή έχουν όλοι. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι

Περισσότερα...

Πρόσφυγες (Ποίημα της Κενυάτισσας ποιήτριας Ουαρσάν Σάιρ)

  «Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του, εκτός αν πατρίδα, είναι το στόμα ενός καρχαρία.   Τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη.   Οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα  με την

Περισσότερα...

«Μετά την ήττα»

  Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς, και λίγο αργότερα μετά την τελική μας ήττα, πάνε πια οι ελεύθερες κουβέντες μας, πάει κι η Περίκλεια αίγλη, η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσιατων σοφών μας. Τώρα βαριά σιωπή

Περισσότερα...