Βασίλειε, εκτός των άλλων αρετών των προτάσεων, παρατηρήσεων και γενικώς των αληθειών που αναπτύσσεις στο κείμενό σου αυτό, θα το χαρακτήριζα και μανιφέστο αβασάνιστα – δηλώνω ότι συμφωνώ μ’ όλες τις θέσεις σου – θεωρώ σπουδαίο ότι αποπειράσαι την επανάστασιν της εξαιρέτου και θεϊκής αρετής της αυταρκείας. Αρετή την οποία φρόντισε, μετά μανίας, να εξοβελίσει από τον ελληνικό αλλά και παγκόσμιο ευ ζην η απληστία του αδηφάγου ενστίκτου του homo economicus.
Ας μη μιλήσουμε για τους γενιτσάρους-εθελοντές πολιτικάντηδες, οι οποίοι σπεύδουν δουλικώς να υπηρετούν, έναντι «ξεροκομμάτων» (το πάλαι ποτέ ήσαν τοιούτα, ενώ τώρα τυγχάνουν γενναιότατα)τις τοπικές και διεθνείς πλουτοκρατίες, οι οποίες, για λόγους τακτικής εχώνεψαν μέρος αυτών και ως μετόχους.
Ούτως όμως εχόντων των πραγμάτων, και αληθώς, τίθεται το ερώτημα: ο «ανερμάτιστος λαός μας» (συ είπας) με ποιόν τρόπο μπορεί να ερματισθεί; Ποιο ποσόν και ποιόν έρματος, του είδους που επιθυμείς, διαθέτει ακόμα στο μεδούλι του, και πώς μπορεί να του προστεθεί επί πλέον τοιούτο ανάλογον;
Οι γύπες που τρέφονται από τις σάρκες του, φαίνεται ότι έχουν βρει τον τρόπο, για να τον ξεκοκαλίζουν. Αυτοί που υπόσχονται την σωτηρία του, είναι ολοφάνερο ότι δεν το πείθουν με κανέναν θεό. Ούτε τον δικό μας, ούτε τον δικό του.
Άρα κάποια απάτη, κάποιο ψεύδος, κάποια υποκρισία οσμίζεται ο λαός, και από την πλευρά των ανθρώπων αλλά και από την πλευρά των θεών, οι οποίοι υπόσχονται την «σωτηρία» του
Και να ξέρει ότι ο λαός, η βάση του ανθρώπινου είδους, αναγκαστικά διαθέτει το ένστικτο της διάρκειας της επιβίωσης, σε ισχυρότερο βαθμό απ’ ότι εμείς οι χαζοβιόληδες, που αγόμαστε και φερόμαστε από τις κάθε είδους τρελοϊδέες μας.
Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητέ μου, είτε από μόνος του είτε με την βοήθεια κάποιων «αρχηγών», οι οποίοι θα αφουγκραστούν την ψυχή του, ο κάθε λαός επανίσταται, για κάποιο χρονικό διάστημα, μετά επαναπίπτει, και πάει λέγοντας το πράγμα (με το συμπάθιο για την αγροικίαν της εκφράσεως).
Καιρός λοιπόν είναι να αναλογιστούμε την υποκρισία, την ανεπάρκεια και το ψευδεπίγραφον του ντεμέκ (αίσχον) ενδιαφέροντός μας προς τον «λαόν», τουλάχιστον όταν αυτός ολοφάνερα μας έχει γραμμένους στα αθάνατα αρχίδια του.
Φίλτατέ μου Βασίλειε σε φιλώ και σε ασπάζομαι,
Σταύρος