Ετυμολογία του Ζευς.
Από το ζεύ-γνυμι, διότι συνεχώς ε-ζεύ-γνυτο, γενική του Δι-ός (δι-ς), αναφέρεται και ως Δεύς (δεύ-τερος).
Η ρίζα δευ- εκ του δάω. Εξ ου και τα Δαν, Ζαν (δ>ζ), Ζην (α>η).

δάω [αόρ. παθ. ε-δά-ην (ωσάν από ενεστ. δά-ημι), υποτ. δα-ώ, απαρ. δα-ήναι, ώστε η ρίζα είναι δα-. Μια από τις πρώτες συλλαβές, που εκφέρουν τα νήπια, μετά τις μα και πα, είναι η ντα. Ντα-ντά λέμε, όταν ελαφρώς κτυπάμε στην παλάμη το νήπιο, σε περιπτώσεις που ατακτεί. «Τι σου έκανε η μαμά;», «νταντά» απαντά το παιδί. Με τον τρόπο αυτόν λαμβάνει τα πρώτα διδάγματα (νταντάγματα). Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο υφίσταται αναδιπλασιασμό το δάω (διδάσκω) στον ενικό και πιθανώς αρχικά να προφέρονταν νταντάω. Φαίνεται δε ότι εκ του ήχου τατατα.., του τύπτειν προέρχεται το ντα (δα), ( βλ. ου-τά-ω, τύ-πτω, α>υ)]- κάνω κάποιον να μάθει, πληροφορώ, ερμηνεύω-- διδάσκω, διδάσκαλος, διδασκαλείον, διδασκαλία, δάσκαλος, διδασκάλισσα, δασκάλαινα, δασκαλίκι, δίδαγμα (άγω), δίδακτρα, δίδαξις, διδαχή, διδάχνω, διδαχτικός, διδάκτωρ, διδακτορία, διδακτορικός, Δάειρα (είρω), Δαίρα, δαητός, δαήμων, δάϊος, δαημοσύνη, δαΐφρων (φρην), δαήρ, νταής, αδαής, αδηνής, δήνος, δήω, δήνεα.

δα [δά-ω]- αληθώς. δη (α>η), ζα (δ>ζ), δήθεν, δήθε, δε (α,η>ε)- προς εισαγωγή αποδείξεως, συνδετικό μόριο.

δαίμων [δάω, α>αι]- έμπειρος, γνωρίζων, θεός, θεία δύναμη-- δαιμόνιον, δαιμόνιος, δαιμονίζομαι, δαιμονιάω, δαιμονάω, δαιμονιάρχης, δαιμονικός, δαιμονιο-, δαιμονίως, δαιμονισμός, δαιμονίς, δαιμονιούχος (έχω), δαιμονιώδης, δαιμονο-, δαίμονας, δαιμονιάζομαι, Δαιμονία, δαιμονιακός, δαιμονισμένος, δαιμονικός, δαιμονιότητα, δαι και δη (αι>η)- προς έκφραση θαυμασμού ή περιέργειας.

Από το ετυμολογικό λεξικό που παρέχεται δωρεάν από την
http://www.athriskos.gr/modules.php?name=Downloads&d_op=viewdownload&cid=1