Επειδή κατά καιρούς γράφονται πλείστα παρόμοια, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι συγκεκριμένες θέσεις οφείλονται αποκλειστικώς σε δύο αιτίες: είτε στην άγνοια όσων υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις, διότι δεν διάβασαν τους Αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς, είτε διότι επιδιώκουν την επιβολή συγκεκριμένων αντιλήψεών τους, στο όνομα των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, μέσω της επίκλησης της όποιας "αυθεντίας", διότι γνωρίζουν ότι αν πουν ότι είναι αληθώς δικές τους, προφανώς θα κραχθούν. Έτσι ακριβώς ισχύει καί επί του προκειμένου. Έτσι, αφού αναφέρεται ο συγκεκριμένος συγγραφέας στον Αριστοκλή Αρίστωνος καί Περικτιόνης ή "Πλάτωνα", καλόν είναι να δούμε τί ακριβώς ισχύει επί του προκειμένου. Ενδεικτικώς, αναγιγνώσκοντες/αναγιγνώσκουσες τον "Ευθύφρονα" του "Πλάτωνα", βλέπουμε ότι η κεντρική ιδέα του επιμάχου κειμένου, είναι τελείως διαφορετική, από την θεωρουμένη από τους πολλούς. Έτσι, παραθέτω χάριν απτής απόδειξης, το σχετικό αρχαίο κείμενο από την μετάφραση των εκδόσεων "Κάκτος".
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Τί συνέβη, Σωκράτη, κι άφησες το Λύκειο, όπου συνηθίζεις να περνάς τις ώρες σου, καί βρίσκεσαι στη βασίλειο στοά; Γιατί δεν πιστεύω ότι θα παρουσιαστείς για κάποια δίκη, όπως κι εγώ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Οι Αθηναίοι, Ευθύφρων, δεν την ονομάζουν δίκη, αλλά γραφή.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Τί λες; Σε κατήγγειλε κάποιος, φαίνεται' γιατί δεν πιστεύω ότι εσύ κατήγγειλες κάποιον άλλο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Όχι βέβαια.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Άρα κατήγγειλε εσένα κάποιος;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ακριβώς.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Ποιός;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Κι εγώ ο ίδιος δεν τον γνωρίζω καλά καλά, Ευθύφρων, έχω την εντύπωση ότι είναι νέος κι άγνωστος' ονομάζεται Μέλητος, νομίζω. Είναι από τον δήμο των Πιτθέων, αν γνωρίζεις κανέναν Πιτθέα Μέλητο με μακριά κι ατίθασα μαλλιά, αραιά γένια καί κάπως γαμψή μύτη.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Δεν τον ξέρω, Σωκράτη' αλλά ποιά είναι η καταγγελία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ποιά; Νομίζω πολύ σοβαρή. Το να έχεις γνώση ενός τόσο σοβαρού θέματος σε τόσο νεαρή ηλικία δεν είναι λίγο. Εκείνος, όπως ισχυρίζεται, γνωρίζει με ποιόν τρόπο διαφθείρονται οι νέοι καί ποιοί τους διαφθείρουν. Καί μάλλον είναι σοφός, γιατί αντιλήφθηκε την αμάθειά μου, με την οποία, κατά τη γνώμη του, διαφθείρω τους συνομηλίκους του, κι έρχεται να με κατηγορήσει στην πόλη, σαν παιδί στη μητέρα του. Μου φαίνεται μάλιστα πως μόνον αυτός κατέχει σωστά τα πολιτικά πράγματα' γιατί είναι σωστό πρώτα απ' όλα να φροντίζουμε τους νέους, για να γίνουν όσο το δυνατό πιο άριστοι, όπως ακριβώς ο καλός γεωργός πρώτα φροντίζει τα νέα φυτά καί μετά τα άλλα. Ίσως λοιπόν, ο Μέλητος καθαρίζει αρχικά την πόλη μας που, όπως ισχυρίζεται, διαφθείρουμε τα νέα βλαστάρια. Στη συνέχεια, βέβαια, αφού φροντίσει καί για τους μεγάλους, θα κάνει πάρα πολλά καί μεγάλα καλά για την πόλη, όπως είναι φυσικό να συμβεί, με τέτοια αρχή που έκανε.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Κατάλαβα, Σωκράτη' επειδή λες ότι σου παρουσιάζεται το δαιμόνιο. Επείδή δήθεν καινοτομείς μιλώντας για τους θεούς σε καταγγέλλει καί θα σε συκοφαντήσει στο δικαστήριο, γιατί γνωρίζει ότι τούτα δίνουν αφορμή σε πολλούς για συκοφαντίες. Καί μ' εμένα, όταν μιλάω για τους θεούς στην εκκλησία του δήμου καί προλέγω τα μέλλοντα, γελάνε λες καί είμαι τρελλός. Κι όχι πως όσα προλέγω δεν επαληθεύονται, απλώς, ανθρώπους σαν εμάς, τους φθονούν. Ας μη νοιαζόμαστε γι' αυτά κι ας συνεχίσουμε ό,τι κάνουμε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Φίλε Ευθύφρων, το να γελάσουν μαζί μου ίσως δεν είναι σοβαρό. Γιατί έχω την εντύπωση ότι λίγο ενδιαφέρει τους Αθηναίους, αν κάποιος είναι σοφός, αρκεί να μην μεταδίδει την σοφία του. Οργίζονται, όμως, με όποιον κάνει τους άλλους σοφούς, είτε από φθόνο, όπως λές εσύ, είτε για κάποιον άλλο λόγο.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Τί διαθέσεις έχουν για μένα σχετικά μ' αυτό το θέμα δεν θέλω να μάθω.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ίσως για σένα πιστεύουν ότι σπάνια εμφανίζεσαι στον κόσμο κι ότι δεν θέλεις να μεταδίδεις τη σοφία σου' φοβάμαι, όμως, μήπως νομίζουν για μένα πως, από φιλανθρωπία, διδάσκω κάθε άνθρωπο γενναιόδωρα ό,τι κατέχω, όχι μόνο χωρίς χρήματα, αλλά πως, επί πλέον, θα πλήρωνα ευχαρίστως, αν κάποιος ήθελε να με ακούσει. Αν, λοιπόν, πρόκειται, όπως τώρα μόλις έλεγα, να γελάσουν
μαζί μου, καθώς λες ότι κάνουν μαζί σου, δεν θα ήταν άσχημο να περάσουμε την ώρα μας στο δικαστήριο διασκεδάζοντας καί γελώντας. Αν, όμως, πάρουν τα πράγματα στα σοβαρά, ποιά θα είναι η κατάληξη κανείς δεν ξέρει, παρά μόνον εσείς οι μάντεις.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Σωκράτη, νομίζω πως δεν θα είναι σοβαρά τα πράγματα καί πως η δίκη σου θα έχει αίσιο τέλος καί πιστεύω το ίδιο για τη δική μου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Εσύ, Ευθύφρων, τί δίκη έχεις; Κατηγορούμενος είσαι ή κατήγορος;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Κατήγορος.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ποιόν κατηγορείς;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Εξ αιτίας του προσώπου που κατηγορώ δίνω πάλι την εντύπωση τρελλού.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Τί λοιπόν; Κατηγορείς κάποιον που πετάει;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Είναι πολύ δύσκολο να πετάξει, γιατί είναι πολύ γέρος.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ποιός είναι;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Ο πατέρας μου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ο δικός σου, καλέ μου άνθρωπε;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Βεβαιότατα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Ποιό είναι το αδίκημα καί γιατί κατηγορείται;
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Για φόνο, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Μα τον Ηρακλή, πολύς κόσμος δύσκολα γνωρίζει ποιό είναι το σωστό σ' αυτή την περίπτωση' γιατί δεν είναι εύκολο να ενεργήσει σωστά οποιοσδήποτε σε τέτοια υπόθεση παρά μόνον κάποιος πολύ σοφός.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Μα τον Δία, σίγουρα, Σωκράτη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.: Είναι κάποιος συγγενής αυτός που σκότωσε ο πατέρας σου; Ή μήπως είναι φανερό τούτο; Γιατί δεν θα τον κατηγορούσες παίρνοντας το μέρος κάποιου ξένου.
ΕΥΘΥΦΡΩΝ.: Είναι γελοίο, Σωκράτη, να πιστεύεις ότι είναι διαφορετικό αν το θύμα είναι συγγενής ή αν είναι ξένος. Αυτό πρέπει μόνο να προσέχουμε, αν σκότωσε δίκαια ο φονιάς ή όχι, κι αν δίκαια, να τον αφήσουμε ήσυχο, διαφορετικά να τον καταγγείλουμε, ακόμα κι αν κοιμόμαστε στο ίδιο σπίτι καί τρώμε στο ίδιο τραπέζι' γιατί το μίασμα μοιράζεται καί στους δύο εξ ίσου, αν συναναστρέφεσαι τέτοιον άνθρωπο, ενώ το ξέρεις, καί δεν εξαγνίζεις τον εαυτό σου κι εκείνον καταγγέλλοντάς τον στη δικαιοσύνη. Αυτός που σκοτώθηκε ήταν δικός μου μισθωτός εργάτης καί την εποχή των καλλιεργειών στη Νάξο δούλευε σε μας. Μέθυσε, λοιπόν, μία μέρα καί μάλωσε μ' έναν υπηρέτη καί τον έσφαξε. Ο πατέρας μου τον έδεσε χειροπόδαρα, τον έριξε σε λάκκο κι έστειλε κάποιον στον εξηγητή, για να μάθει τί έπρεπε να κάνει. Σ' αυτό το διάστημα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τον δεμένο καί αδιαφόρησε, επειδή ήταν δολοφόνος, κι ούτε νοιάστηκε αν θα πέθαινε, πράγμα που συνέβη' πέθανε από την πείνα, το κρύο καί τα δεσμά, προτού γυρίσει από τον εξηγητή ο απεσταλμένος του πατέρα μου. Αγανακτεί, λοιπόν, κι ο πατέρας μου καί οι συγγενείς μου για τούτο, επειδή εγώ, για χάρη του δολοφόνου, προσάγω τον πατέρα μου σε δίκη, παρ' όλο που δεν σκότωσε, όπως ισχυρίζονται εκείνοι, αλλά, ακόμα καί αν τον σκότωσε, ήταν το θύμα δολοφόνος κι εγώ επομένως δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρομαι γι' αυτόν -γιατί είναι ανόσιο ο γιος να καταγγέλλει τον πατέρα για φόνο- επειδή έχουν εσφαλμένη αντίληψη, Σωκράτη, για τη σχέση του θείου με το όσιο καί το ανόσιο.
Πηγή: Πλάτωνος "Ευθύφρων", εδάφια 1a-4e, τόμος 184 των εκδόσεων "Κάκτος" στην σειρά Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων με τον τίτλο "Οι Έλληνες".

Άρα, όπως βλέπουμε στο παρατιθέμενο απόσπασμα, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι το "όσιον" έγκειται στην υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων της Πόλης, δηλαδή της Χώρας, ακόμα καί όταν αυτό αδικεί τους πολίτες των άλλων Πόλεων, δηλαδή των άλλων Χωρας.