Πύλη Ιάσωνος και Ρέας

  • Greek
  • English (United Kingdom)

"Ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά;"



 Το μυστήριο της ζωής και του θανάτου


....Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου - κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τα' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα 'βλεπε για πρώτη φορά.
- Τι γίνεται εκεί απάνω! Μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
- Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα 'καμε; Γιατί τα 'καμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί πεθαίνουμε;
- Δεν ξέρω, Ζορμπά! Αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
- Δεν ξέρεις! Έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μια άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
- Τότε τι 'ναι τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; ’μα δε λένε αυτό, τι λένε;
- Λένε τη στεναχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
- Να τη βράσω τη στεναχώρια τους! Έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάκτηση το πόδι στις πέτρες.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές · θα 'χεις στύψει δυο- τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του 'δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ΄ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει. 


- Δεν απαντάς; Έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουλήκια μικρά- μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, μετα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω το χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια- ανάρια το θρό που κάνουν τ' άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: "Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση", μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει; Ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
- … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. ’λλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : "Θεός"· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: "Μου αρέσει". 
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε στο τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβάμαι όμως ποτέ, ποτέ σε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
- Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: "Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!"
Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος; Ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες "Ναι!" στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση- αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι' αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, έβαλε μια πέτρα προσκεφάλι και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε· φτάνει. 

 

Απόσπασμα απ' το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά"



Σχόλια (0)
Για την ανάρτηση σχολίων πρέπει να είστε εγγεγραμμένο μέλος του Ιστοχώρου.
Τα ήδη εγγεγραμμένα μέλη κάντε απλά την Είσοδο σας στον Ιστοχώρο.
Για την σωστή αναγραφή του πλήρους ονόματος σας επεξεργαστείτε το Προφίλ Χρήστη.
Τα σχόλια θα εξετάζονται από τον διαχειριστή πριν την δημοσίευση τους ως προς την τήρηση των Όρων Λειτουργίας του Ιστοχώρου.
comments
 

Newsletters

Κατάλογοι Ενημέρωσης με email (Newsletters):
Τα στοιχεία που δίνετε είναι για αποκλειστική χρήση του schizas.com και δεν δίνονται σε κανέναν άλλο φορέα ή πρόσωπο.

Στην ίδια Κατηγορία

Προβολές

Συνδεθείτε Εύκολα!

Συνδεθείτε εύκολα με τα Κοινωνικά σας Δίκτυα:

Powered by OneAll Social Login

Ενισχύστε την Πύλη Ιάσωνος

Στηρίξτε τον Ιστοχώρο και Τηλεόραση schizas.com. Η δική σας ενίσχυση είναι απαραίτητη.

Δωρίστε:
Νόμισμα
 EUR
Ποσό