Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε τη θάλασσα; ή που μυρίσατε το άρωμα του πρωινού; που αγγίξατε τα μαλλιά ενός μωρού; που γευτήκατε βαθιά και απολαύσατε ένα νόστιμο φαγητό; που περπατήσατε με γυμνά πόδια πάνω στο γρασίδι; που χαθήκατε
Κατηγορία: Τέχνες
ΓΚΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ ” Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ”
“Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο. Οσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα. Σαν οφειλέτης
Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα στο σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε. Ο ήλιος βασίλεψε, θάμπωσαν τα
“Ύδρα, Πορεία προς την Ελευθερία!”
Το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας έχει την τιμή να σας προσκαλέσει σε μουσική βραδιά εμπνευσμένη από την ιστορία της Ύδρας “Ύδρα, Πορεία προς την Ελευθερία!” με έργα του συνθέτη Αλέξανδρου Χάχαλη και τη
Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα
Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει. Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα στοὺς γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε μεταξὺ τους μὲ μουσική.
Άρτος και Οίνος
Μακάρια Ελλάδα. Σπίτι εσύ των Ουρανίων. Είν’ αλήθειααυτό που ακούσαμε λοιπόν σ’ άλλους καιρούς, στα πρώτα νιάτα μας;Δώμα γιορτής: Πάτωμα ή θάλασσα. τραπέζια τα βουνά,αληθινά χτισμένο για μια χρήση μόνο πριν από το χρόνο. Μά που ‘ναι οι θρόνοι; Οι
Ο Ακροβάτης
Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτηπου τραμπαλίζεταιγια ιδέστε όλοι τον ξενομπάτηπως δε ζαλίζεται Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελάκαι ποτέ δεν κλαίει, ποτέ δεν κλαίει Για ιδέστε που ‘χει το ερημοπούλιαίμα στο φτερόπετά κι ας το ‘βρε θανάτου
ΗΡΘΑ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ….
…στο πανεπιστήμιο του Πεκίνου και της Σαγκάης, υπάρχει έδρα Ελληνικής Ιστορίας και πολιτισμού, με 150 φοιτητές στο Πεκίνο και 250 φοιτητές στην Σαγγάη, που όλοι έχουν αλλάξει τα ονόματά τους με Ελληνικά ονόματα. Σας παραθέτω, παρακάτω, ένα ποίημα που έγραψε
Πεπληθυσμένο Ένα – Από την ποιητική συλλογή του Ιωάννη Κοντοπίδη – Εχετλαίου “ΑΝΕΝΔΕΕΣ ΤΟ ΘΕΙΟΝ”
Μέλανες νύχτες και πύρινες πνοές ανέμων, Καικίας και Λίβας ο φονεύς, στροβιλίζονται και μιγνύονται στις ερωτικές προσταγές του γεννήτορος Χάους, προσδιορίζοντας την αδιάκοπη πορεία του ήχου- που ως άλλος ουρανοδρόμος Ερμής, ως άλλος Προμηθέας της επίπλαστης ελπίδας, το ασυνείδητο πάντα
Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ο,τι έχουν
Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ο,τι έχουμε, το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι
Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν Άνοιξη στην Αθήνα
Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδίΆνοιξη χνούδι περιστέραςΆνοιξη σκόνη μυριόχρωμη Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι Με τσιγγάνες που άρπαζε Σαν Χαρταετούς Ψηλά Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους
Πέταγμα προς την ελευθερία
Οἱ περισσότεροι γλάροι δὲ νοιάζονται νὰ μάθουν παρὰ μόνο τὰ πιὸ βασικὰ πράγματα γιὰ τὸ πέταγμα — πῶς νὰ πετοῦν ἀπ᾿ τὴν ἀκτή στὴν τροφή τους καὶ πίσω πάλι. Γιὰ τοὺς περισσότερους γλάρους σημασία δὲν £ἔχει τὸ πέταγμα, ἀλλὰ τὸ φαγητό. Γιὰ τοῦτον, ὅμως, τὸ γλάρο σημασία δὲν εἶχε τὸ φαγητό, ἀλλὰ τὸ πέταγμα. Πάνω ἀπὸ κάθε τι ἄλλο, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος ἀγαποῦσε νὰ πετάει. Ἕνας τέτοιος τρόπος σκέψης δὲν ἦταν, καθὼς ἀνακάλυψε, τὸ καλύτερο μέσο γιὰ νὰ γίνεις ἀγαπητὸς στ᾿ ἄλλα πουλιά. Ἀκόμα καὶ οἱ γονεῖς του ἔνιωθαν ἀπογοήτευση ὅταν ὁ Ἰωνάθαν περνοῦσε μέρες ὁλόκληρες μόνος, κάνοντας ἑκατοντάδες χαμηλὲς πτήσεις μὲ ἀκίνητα φτερά, κάνοντας δοκιμές. «Γιατί Ἴων, γιατί;» ρωτοῦσε ἡ μάνα του. «Γιατί εἶναι τόσο δύσκολο, Ἴων, νὰ εἶσαι ὅπως ὅλα τ᾿ ἄλλα πουλιὰ στὸ σμῆνος; Γιατί δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀφήσεις τὸ χαμηλὸ πέταγμα στοὺς ἄλμπατρος, στοὺς πελεκάνους; Γιατί δὲν τρῷς; Γιόκα μου, εἶσαι φτερὸ καὶ κόκαλο!». «Μάνα, δὲ μὲ πειράζει νἆμαι φτερὸ καὶ κόκαλο. Θέλω μόνο νὰ ξέρω τί μπορῶ καὶ τί δὲ μπορῶ νὰ κατορθώσω στὸν ἀέρα. Τίποτ᾿ ἄλλο. Θέλω νὰ ξέρω». «Ἄκου ἐδῶ Ἰωνάθαν», εἶπε ὁ πατέρας του, ὄχι δίχως καλοσύνη. «Ὁ χειμῶνας πλησιάζει. Οἱ βάρκες θἆναι λιγοστὲς καὶ τ᾿ ἀφρόψαρα θὰ κολυμποῦν βαθιά. Ἂν πρέπει κάτι νὰ μελετήσεις, μελέτα τὴν τροφὴ καὶ πῶς νὰ τὴν ἐξασφαλίσεις. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεση μὲ τὶς πτήσεις εἶναι πολὺ καλή, ἀλλὰ μιὰ πτήση μ᾿ ἀκίνητα φτερὰ δὲν τρώγεται. Τὸ ξέρεις. Μὴ ξεχνᾷς πὼς ἂν πετᾶς εἶναι γιὰ νὰ τρῶς». …πολὺ σύντομα ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ξανάφυγε μόνος πάλι, πέρα στ᾿ ἀνοιχτά, πεινασμένος, εὐτυχισμένος, μαθαίνοντας. Θέμα ἦταν ἡ ταχύτητα, καὶ μὲ μία βδομάδα ἐξάσκηση ἔμαθε γιὰ τὴν ταχύτητα πολλὰ περισσότερα ἀπὸ τὸν πιὸ γρήγορο γλάρο στὸν κόσμο. Ἀνέβαινε χίλια πόδια ψηλά. Μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη πετοῦσε πρῶτα μπροστά, κι᾿ ὑστέρα μονομιᾶς, φτερουγίζοντας, ἄρχιζε τὴν κάθετη βουτιά. Τότε, κάθε φορά, ἡ ἀριστερὴ φτεροῦγα του ἔχανε τὸν ἔλεγχο στὴν πάνω κίνηση, κατρακυλοῦσε κεῖνος ἀπότομα ἀριστερά, ἔχανε τὸν ἔλεγχο τῆς δεξιᾶς φτερούγας προσπαθώντας νὰ τὴν ἐπαναφέρει, καὶ τιναζόταν σὰν φωτιὰ σ᾿ ἕνα τρελλὸ στριφτὸ κουτρουβάλιασμα πρὸς τὰ δεξιά. Ὅλη του ἡ προσοχὴ δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνη τὴν κίνηση τῆς φτερούγας. Προσπάθησε δέκα φορές, καὶ κάθε φορά, καθὼς ξεπερνοῦσε τὰ ἑβδομήντα μίλια τὴν ὥρα, γινόταν ξαφνικὰ μιὰ ἀνάκατη μάζα ἀπὸ φτερά, δίχως ἔλεγχο, ποὺ γκρεμιζόταν στὴ θάλασσα. Καθὼς βούλιαξε χαμηλὰ στὸ νερό, μιὰ παράξενη κούφια φωνὴ ἀντήχησε μέσα του. Δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ξεφύγω. Εἶμαι γλάρος. Εἶμαι ἀπ᾿ τὴν φύση μου περιορισμένος. Ἂν ἤμουν φτιαγμένος νὰ μάθω τόσα πολλὰ γιὰ τὸ πέταγμα θἆχα διαγράμματα ἀντὶ γιὰ