Διάσωση της Ελληνικής Γλώσσας και Εκκλησία

Διάσωση της Ελληνικής Γλώσσας και Εκκλησία


Η Ελληνικότητα ορίζεται υπέροχα μέσα από τα λόγια του Πλήθωνα Γεμιστού:
«Λοιπόν είμαστε βέβαια Έλληνες στην καταγωγή εμείς, (…) όπως μαρτυρεί και η γλώσσα και η πατροπαράδοτη παιδεία»[24].
Και οι αρχαίοι μας πρόγονοι επίσης τα ίδια έλεγαν:
«αύτις δε το Ελληνικόν εόν ομαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματα τε κοινά και θυσίαι ηθεά τε ομότροπα…»[25].
Που σε απόδοση στη σημερινή μας γλώσσα λέει, «υπάρχει ακόμα το Ελληνικό όμαιμο και ομόγλωσσο, τα κοινά Ιερά των θεών, και θυσίες και ήθη ομότροπα».
Για δείτε λοιπόν πως έχουν τα πράγματα. Το όμαιμο και το ομόγλωσσο ισχύει και αποδεικνύεται μέσα από τις αναφορές μας. Τα κοινά Ιερά πως επιβιώνουν; Πολύ εύκολη είναι και αυτή η απάντηση. Ακόμα και σήμερα οι εξισλαμισμένοι ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί της Τουρκίας (και όχι μόνο οι ελληνόφωνοι) αποδίδουν τιμές σε ερειπωμένους ή εγκαταλελειμμένους χριστιανικούς τόπους προσκυνήματος, οι οποίοι οικοδομήθηκαν πάνω σε πανάρχαια Ελληνικά Ιερά. Και όπως ο Χριστιανισμός πρώτος πλήρως απέτυχε να αποκόψει τους Έλληνες από τους πανάρχαιους πατρώους ιερούς τόπους των αγαθών θεών τους, και αναγκάστηκε να παραμείνει σε αυτούς για να πετύχει τον εκχριστιανισμό τους, έτσι αδύναμο αποδείχτηκε και το Ισλάμ να τα «βάλει» με τις βαθιά ριζωμένες συνήθειες των ανθρώπων. Και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα στα όσα λέμε, ας αναφέρουμε την εκκλησία του Αη Γιώργη στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης, που η ουρά των ευσεβών προσκυνητών που περιμένουν για λίγο αγιασμό δεν είναι χριστιανοί, αλλά Τούρκοι μουσουλμάνοι. Όλα αυτά γύρω από μία ιαματική πηγή, που πριν γίνει χριστιανικό προσκύνημα ήταν Ελληνικό Ιερό.
Αλλά για να περάσουμε και στο ομότροπο, μήπως οι Έλληνες μουσουλμάνοι δεν διατηρούν πολλά από τα ελληνικά ήθη και έθιμα και μάλιστα τα αρχαιοελληνικά; Ακόμα και σήμερα η πατροπαράδοτη θυσία του Ταύρου, το κουρμπάνι, που γίνεται στη Λέσβο, παράλληλα τελείται με τον ίδιο τρόπο και στην απέναντι μικρασιατική ακτή της αιολικής γης από τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους. Μία αρχαία θυσία προς τιμήν του Διονύσου που επίσης τελούν με την ίδια πατροπαράδοτη ευσέβεια και οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης! Πάμπολλα κι’ άλλα τέτοια παραδείγματα θα ήταν εύκολο να απαριθμήσουμε, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Απλά θελήσαμε να δείξουμε πως το ομόγλωσσο, το όμαιμο και το ομότροπο αρχαιοελληνικό μας παρών ισχύει και μας ενώνει, υπεράνω Ισλάμ και χριστιανισμού, με τα αδέλφια μας Έλληνες μουσουλμάνους. Ίσως εδώ και να παρατήρησε ο αναγνώστης πως δεν σταθήκαμε καθόλου στο ομόθρησκο! Μα, πώς να σταθούμε σε αυτό εμείς, όταν ούτε οι αρχαίοι μας πρόγονοι το θεώρησαν σημαντικό, ούτε ο Πλήθων. Ομόθρησκο σημαίνει το ομόδοξο, δηλαδή το όμοιο θρησκευτικό δόγμα, αλλά το ομόδοξο είτε στη θρησκεία είτε στην ιδεολογία ή στη φιλοσοφία, ποτέ δεν σήμαινε για τους Έλληνες ταυτοτικό στοιχείο, για τους Έλληνες που από τη φύση τους παρήγαγαν μόνο αιρέσεις!

ΠΟΝΤΟΣ: Οχτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), η Τραπεζούντα, η πρωτεύουσα του μεσαιωνικού ποντιακού κράτους των Κομνηνών, παραδόθηκε στους Οθωμανούς (1461). Από τότε αρχίζει και η μακραίωνη κατοχή του ελληνικού Πόντου από τους Τούρκους. Οι Οθωμανοί κατακτητές επιστράτευσαν ό,τι μέσο μπορούσαν να επινοήσουν για να προσηλυτίσουν στο Ισλάμ τους ελληνικούς ή ελληνόφωνους πληθυσμούς της περιοχής. Ωστόσο, ενώ αρκετοί Πόντιοι παρέμειναν πιστοί στην Ορθοδοξία, το 1/3 περίπου του ποντιακού Ελληνισμού εξισλαμίστηκε, δίχως όμως να απολέσει την Ελληνική γλώσσα ή συνείδηση για χάρη της τουρκικής.
Μάλιστα στον Πόντο, σε αντίθεση με την Κρήτη, οι μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι δεν στράφηκαν ποτέ εναντίον των χριστιανών ομοεθνών τους, τους οποίους θεωρούσαν αδελφούς και συγγενείς τους. Στις σφαγές εις βάρος των Ελλήνων πρωτοστατούσαν συνήθως Κούρδοι, τους οποίους πρώτα οι Οθωμανοί και αργότερα οι Νεότουρκοι, χρησιμοποιούσαν συχνά για τις βρομοδουλειές τους. Βεβαίως ακόμα τότε οι Κούρδοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει την ιδιαίτερη εθνική τους ταυτότητα. Τα έτη 1922-1924, μετά την ολέθρια ήττα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία, άρχισε ο ξεριζωμός των Ελλήνων χριστιανών από την Τουρκία στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών, που έγινε όμως με αποκλειστικό κριτήριο τη θρησκεία και όχι την εθνική καταγωγή. Έτσι, η Ελλάδα έστειλε στην Τουρκία ως «Τούρκους» χιλιάδες Έλληνες και μάλιστα ελληνόφωνους μουσουλμάνους, η δε Τουρκία με τη σειρά της έστειλε στην Ελλάδα όχι μόνο τους Έλληνες χριστιανούς αλλά και τουρκόφωνους ορθόδοξους όπως τους Καραμανλήδες (οι οποίοι μάλλον ήταν Τούρκοι χριστιανοί παρά Έλληνες).
Από αυτήν την ανταλλαγή πληθυσμών (ευτυχώς) εξαιρέθηκαν οι Έλληνες και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, με αποτέλεσμα σήμερα στην Τουρκία να ζουν ακόμα, τουλάχιστον δύο εκατομμύρια ελληνόφωνοι! Και χάρη σε αυτούς τους συμπατριώτες μας, μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε, ότι ο Ελληνισμός (εννοούμενος ως ομογένεια) της Μικράς Ασίας υφίσταται ακόμα ακμαιότατος και ουσιαστικά ποτέ δεν έσβησε, παρά τις εξαγγελίες των αδαών και ανιστόρητων Ελλήνων πολιτικών, που ταυτίζουν μειοδοτικά την ιδιότητα του Έλληνα με την Ορθοδοξία, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν ως ελληνική μειονότητα στην Τουρκία τους Έλληνες μουσουλμάνους.
Η μεγαλύτερη και πυκνότερη συγκέντρωση των Ελλήνων και ελληνόφωνων μουσουλμάνων είναι στον Πόντο, όπου συντηρητικά υπολογίζονται περισσότεροι από 500.000 οι άνθρωποι που μιλούν τα Ελληνικά και γνωρίζουν ότι δεν είναι Τούρκοι. Αυτοί οι ξεχασμένοι συμπατριώτες μας, αν και είναι καλοί και πιστοί μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, αντιστέκονται με σθένος στον εκτουρκισμό τους, παρά τις έντονες και συνεχείς προσπάθειες του τουρκικού κράτους να τους αφομοιώσει. Μάλιστα οι Τούρκοι ιθύνοντες, από αμηχανία εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας των μεθόδων τους, ονομάζουν αυτούς τους Πόντιους «ορεσίβιους Τούρκους», λες και οι ορεσίβιοι Τούρκοι μιλούσαν εκ παραδόσεως (ή… συγχύσεως) Ελληνικά (!).
Βεβαίως η σημερινή Τουρκία παραμένει ένα πολυεθνικό κράτος με 27 ή 47 ή 72 εθνότητες εντός των συνόρων της (κάθε πηγή δίνει και άλλο αριθμό), που μοιραία αργά ή γρήγορα θα διεκδικήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία, όπως συνέβη με τους Κούρδους τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, που είναι οι πολυπληθέστεροι αγγίζοντας τα 15.000.000 πληθυσμό με τουρκική υπηκοότητα! Επειδή μάλιστα μόνος συνδετικός κρίκος αυτών των πληθυσμών είναι η θρησκεία, η Τουρκία τρέμει την αφύπνιση των εθνικών συνειδήσεων κατ’ ομολογία του ίδιου του Ντεμιρέλ που είχε δηλώσει το έτος 1991, ότι: «Η παραχώρηση δικαιωμάτων στους Κούρδους θα αποτελέσει την απαρχή της διαλύσεως της Τουρκίας, που έχει 27 εθνότητες». Μάλιστα, κοινό είναι το ανέκδοτο στη σημερινή Τουρκία που λέει, ότι κατοικείται από εβδομήντα πέντε και μισή (75,5) εθνότητες, όπου η μισή είναι η τουρκική! Να αναφέρουμε εδώ, ότι στην σημερινή Τουρκία υπολογίζονται περίπου σε 2.500.000 και οι απόγονοι των αρχαίων Ασσυρίων!
Επιστρέφοντας τώρα στα δικά μας, επιλέξαμε να μην σταθούμε καθόλου στην αναλυτική εξιστόρηση των εξισλαμισμών που συνέβησαν στον Πόντο, διότι αυτό αποδεικνύεται από την ζωντανή απόδειξη των εκατομμυρίων ελληνοφώνων. Αλλά να πάμε αμέσως στη σύγχρονη πραγματικότητα, που από μόνη της είναι εντυπωσιακή.
Ο ιστορικός συγγραφέας Βλάσης Αγτζίδης σε αποκαλυπτικό άρθρο του με τίτλο «Οι εξισλαμισμένοι Έλληνες στη σημερινή Τουρκία»[26], περιγράφοντας την κατάσταση στη σύγχρονη Τουρκία, γράφει:
«Σήμερα η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ομάδα Ελλήνων μουσουλμάνων είναι αυτή που κατοικεί στη βόρεια Τουρκία και ειδικά στην επαρχία Τραπεζούντας. Οι εγκαταστάσεις αυτών που μιλούν ποντιακά ελληνικά περιγράφονται ως εξής στην έκθεση του γερμανικού πανεπιστημίου του Τύμπιγκεν:”…αποτελούνται από μερικές εξάδες χωριών γύρω από την Τόνια και 40-50 εγκαταστάσεις στις κοιλάδες (επάνω μέρος) Σαλακλί και Γκιουρτσάϋ νότια του Όφι, γύρω από την Τσαϊκάρα και το Κιοπρούμπασι. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο κύματα μετανάστευσης στην επαρχία Σακαρυά”. (…) Οι εξισλαμισμένοι αυτοορίζονται ως “Ρωμαίοι”, “Λαζοί” και “Τούρκοι”. Με το “Ρωμαίοι” δηλώνουν την ελληνοφωνία τους, με το “Λαζοί” το ότι είναι μαυροθαλασσίτες και με το “Τούρκοι” ότι είναι πολίτες της Τουρκίας. Το “Ρωμαίος” δεν το συνδέουν με το “Γιουνάν”, που θα πει “Ελλαδίτης” στα τούρκικα. Η σύνδεση με το χώρο της Ελλάδας άρχισε να γίνεται τα τελευταία χρόνια, όταν ήρθαν σε επαφή με τους Ελλαδίτες Πόντιους, οι οποίοι άρχισαν να επιστρέφουν με τουριστικά γκρουπ στους γενέθλιους χώρους. Έτσι οι εξισλαμισμένοι, των ορεινών κυρίως περιοχών, ανακάλυψαν ότι δεν μιλούν μια άγνωστη και περίεργη γλώσσα αλλά ότι εντάσσονταν σε μια ευρύτερη γλωσσική ομοεθνία».
Από τα παραπάνω που παραθέτει ο Βλάσης Αγτζίδης, συμπεραίνουμε εύκολα, ότι η Ελληνική γλώσσα (δηλαδή το ποντιακό ιδίωμα) επιβίωσε από μόνο του επί 70 τουλάχιστον χρόνια, δίχως την «σωτήρια» επέμβαση της… Οικουμενικής Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, δίχως σχολεία, δίχως βιβλία, δίχως ελληνική τηλεόραση ή ραδιόφωνο, από ανθρώπους χωρικούς και βοσκούς, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα που ορισμένοι από αυτούς αγνοούσαν (εξαιτίας της αμορφωσιάς τους) ακόμα και την ύπαρξη της Ελλάδας! Οι ίδιοι άνθρωποι δε, πιέζονταν καθημερινά από την Τουρκία να μάθουν τούρκικα και να γίνουν Τούρκοι! Ως θαύμα να χαρακτηρίσουμε λοιπόν, την επιβίωση της Ελληνικής γλώσσας από μόνη της; Και έτσι να ‘ναι, που δεν είναι, η Εκκλησία αποδείχτηκε αχρείαστη! Επιστροφή τώρα στον Αγτζίδη:
«Στους πληθυσμούς αυτούς προϋπήρχε φιλελληνική διάθεση. Η νεολαία σήμερα ξεπερνά την παλιά θρησκευτική προκατάληψη που αδιαφορούσε για τα εθνικά χαρακτηριστικά. Αρχίζει να αναζητεί την εθνική της προέλευση, ενώ για τους παλιούς το πλαίσιο περιγράφεται απ’ τους ίδιους ως εξής: “Οι παλαιοί εμούν έσανε χριστιανοί, αλλά απ’ εκεί εύραν το ορθόν”. Η σύγκρουση των γενεών είναι έντονη στους κόλπους των σημερινών ελληνοφώνων. Η σύγκρουση αυτή οδηγεί στην ανάπτυξη δύο μη ανταγωνιζομένων μεταξύ τους διαδικασιών. Η πρώτη έχει να κάνει με την πολιτική ένταξη σε κινήματα που αμφισβητούν την τουρκική εξουσία. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι του Σινάν Κουκούλ, εγγονού κρυπτοχριστιανού, ο οποίος είχε τη θέση του υπαρχηγού στην αριστερή οργάνωση DEV.SOL. και σκοτώθηκε τον Απρίλιο του ’92 από την τουρκική αστυνομία. Η δεύτερη διαδικασία που αναπτύσσεται στους κόλπους της ελληνόφωνης νεολαίας είναι η αναζήτηση των ριζών και της πραγματικής καταγωγής.
»Η αντικειμενική γνώση της ιστορίας ενισχύει την τάση αυτή καθώς και η εμφάνιση σύγχρονων ιδεολογικών ρευμάτων. Η ανάπτυξη του κινήματος των Κούρδων, η σημερινή περίοδος κατά την οποία οι εθνικιστικές προσεγγίσεις γίνονται κυρίαρχες και η εμφάνιση των αυθεντικών Τούρκων της Κεντρικής Ασίας, αυξάνουν την ανάγκη αυτογνωσίας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που μου είπε στην Τουρκία λίγο καιρό πριν ένας νέος από τα εξισλαμισμένα χωριά: “Εμείς είμες Έλληνες Πόντιοι” για να συμπληρώσει ο φίλος του από πλάι: “Ατός εν του Χότζα ο παιδάς”.
»Ένας άλλος νέος από την Τραπεζούντα, ο Μουράτ, που αυτοδηλώνονταν ως “Μουράτ ο Πόντιος” και δεν ήταν μεγαλύτερος των 20 χρονών, είχε μάθει μόνος του με μέθοδο τα νέα ελληνικά. Έδωσε τον εξής καταπληκτικό ορισμό της Τουρκίας: “Εγώ είμαι Πόντιος, δηλαδή είμαι Έλληνας αλλά τώρα είμαστε Τούρκοι. Η Τουρκία είναι σαν την Αμερική. Εδώ ζούμε πολλά έθνη. Έλληνες, Τούρκοι, Γεωργιανοί, Κούρδοι και μας συνδέουν δύο πράγματα. Η μουσουλμανική θρησκεία και η αίσθηση ότι αν χωρίσουμε θα μας κατασπαράξουν οι εχθροί”».
Εκτός όμως από τις μαρτυρίες του ιστορικού και συγγραφέα Βασίλη Αγτζίδη, υπάρχει και η επιτόπια δημοσιογραφική έρευνα του ρεπόρτερ Γιάννη Κανελλάκη που έφερε στο φως εξίσου σημαντικές αποκαλύψεις. Ο δημοσιογράφος βρέθηκε το 2004 στον Πόντο, για λογαριασμό του τηλεοπτικού σταθμού «Mega Channel». Εκεί ήρθε σε επαφή με το ελληνόφωνο στοιχείο και κατέγραψε συγκλονιστικά ντοκουμέντα. Οι τουρκικές αρχές όμως, και συγκεκριμένα η ΜΙΤ (μυστική υπηρεσία πληροφοριών της Τουρκίας), που παρακολουθούσε τον Έλληνα δημοσιογράφο και τους συνεργάτες του φρόντισε να τους συλλάβει, να τους κρατήσει για τέσσερις μέρες ανακρίνοντάς τους, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό που είχαν πάνω τους κατασχέθηκε.
Να πως περιέγραψε την περιπέτειά τους με τις τουρκικές αρχές ασφαλείας ο Γιάννης Κανελλάκης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «Τηλέραμα»:
«Βρισκόμασταν στα χωριά της Τραπεζούντας. Ήταν 5.30 το απόγευμα και συζητούσαμε με τους ντόπιους όταν ξαφνικά εμφανίστηκαν πέντε στρατιωτικά τζιπ. Οι στρατιώτες μας κύκλωσαν και με την απειλή των όπλων μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν σε στρατιωτική μονάδα. Εκεί μας πήραν κινητά, έγγραφα, διαβατήρια, τις βιντεοκασέτες και άρχισαν τις ανακρίσεις. Από το Mega δεν γνώριζαν τι είχε γίνει. Μας κράτησαν εκεί τέσσερις ημέρες και έπειτα μας οδήγησαν ενώπιον του εισαγγελέα, ο οποίος μας ενημέρωσε ότι κατηγορούμαστε για προπαγάνδα και κατασκοπεία εις βάρος του τουρκικού κράτους και αντιμετωπίζαμε ποινή φυλάκισης 30 χρόνων. Ζήτησα το κινητό μου, με το οποίο τηλεφώνησα στο κανάλι. Από το Mega ενημέρωσαν το υπουργείο Εξωτερικών και την Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι μας ελευθέρωσαν»[27].

Τι ήταν λοιπόν αυτό που τρόμαξε τόσο πολύ τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και έσπευσαν να συλλάβουν κατά παράβαση των διεθνών και ευρωπαϊκών κανόνων περί ελευθεροτυπίας το ελληνικό τηλεοπτικό συνεργείο με τον δημοσιογράφο; Μα φυσικά, τα αδιάσειστα στοιχεία που κατέγραψαν με την κάμερά τους, που πολλά από αυτά αφού τα γλίτωσαν από τους Τούρκους ασφαλίτες, τα έφεραν και τα πρόβαλλαν στην Ελλάδα από το δελτίο ειδήσεων του σταθμού τους και απέδειξαν στην ελληνική κοινή γνώμη, ότι: α’) Υπάρχουν ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στην Τουρκία που κρύβονται, και β’) ότι η ελληνική εθνική συνείδηση είναι λάθος να ταυτίζεται με την Ορθοδοξία, εφόσον μπορεί να υπάρχει το ίδιο ισχυρή και ζωντανή ακόμα και σε μουσουλμάνους, τους «άπιστους εχθρούς της… πίστης μας» (sic)!
Ο Γιάννης Κανελλάκης βρήκε ελληνόφωνους μουσουλμάνους παντού στον Πόντο, όχι μόνο στα απομακρυσμένα και δυσπρόσιτα ορεινά χωριά, αλλά και στις μεγάλες πόλεις. Ο ίδιος περιγράφει:
«Αρχίσαμε από τη Σαμψούντα. Εκεί υπάρχουν ελληνικές γειτονιές, παλιά αρχοντικά όπου μένουν Έλληνες. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να φύγουν, ενώ άλλοι εξισλαμίστηκαν και έμειναν. Πήγαμε σε γειτονιές και βρήκαμε ανθρώπους που μιλούν ακόμα την ποντιακή διάλεκτο, μιλήσαμε μαζί τους, πήγαμε στα σπίτια τους, μας φιλοξένησαν. (…) Σύμφωνα με πληροφορίες που συλλέξαμε, υπάρχουν περίπου 500.000 ποντιόφωνοι (δηλαδή ελληνόφωνοι), ενώ προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχουν χιλιάδες κρυπτοχριστιανοί. (…)Τα ελληνικά σχολεία έχουν γίνει τουρκικά και τα παιδιά μαθαίνουν τουρκικά. Στο σπίτι όμως μαθαίνουν ποντιακά και ελληνικά, αλλά με τον φόβο να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Τούρκους»[28].
Να λοιπόν και μία απάντηση που ίσως εξηγεί πώς σώζεται ακόμα η Ελληνική γλώσσα στον Πόντο, μέσα από την οικογένεια! Ή για να το πούμε καλύτερα, αυτοί οι γενναίοι Έλληνες, αν και μουσουλμάνοι, σώζουν από μόνοι τους τη γλώσσα τους!
Βεβαίως υπάρχει και ένα άλλο σημαντικό θέμα που πολλοί το αγνοούν. Το τουρκικό κράτος αδυνατώντας να εκτουρκίσει τους ελληνόφωνους πληθυσμούς, τους στέλνει με τη βία ως εποίκους στην Κύπρο. Οι Τούρκοι ξέρουν καλά, ότι η δική τους αδυναμία να «τουρκέψουν» τους Έλληνες μουσουλμάνους δεν είναι τίποτα μπροστά στην αλλοπρόσαλλη πολιτική της Ελληνικής και Κυπριακής κυβέρνησης, οι οποίες δεμένες στο αχαλίνωτο άρμα της Ορθοδοξίας, χαρακτηρίζουν ως «Τούρκους» όλους όσους δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί! Πονηρά σκεπτόμενοι οι Τούρκοι λένε, ας στείλουμε τους ελληνόφωνους Πόντιους στην Κύπρο, και οι Έλληνες με τη γνωστή κοντόφθαλμη πολιτική τους, θα τους κάνουν εκείνοι… Τούρκους, όπως έκαναν στο παρελθόν και τους Τουρκοκύπριους! Ο Γιάννης Κανελλάκης γνωρίζει το θέμα:
«Το ακούσαμε και αυτό. Δημόσια δεν το συζητούν ποτέ, αλλά υπάρχουν πολλοί που αναγκάστηκαν να φύγουν από αυτές τις περιοχές, για να εποικίσουν τη Βόρεια Κύπρο»[29].


Βεβαίως, παρά τα υποχθόνια σχέδια της γείτονας Τουρκίας και την ιστορικά αποδεδειγμένη ανεπάρκεια των ελληνικών κυβερνήσεων να σταθούν στο ύψος τους, οι Έλληνες μουσουλμάνοι του κατεχόμενου από τον «Αττίλα» βόρειου τμήματος του νησιού,«Τουρκοκύπριοι» και Πόντιοι έποικοι, βρήκαν αφορμή να εκφράσουν την αγάπη τους για την Ελλάδα μέσα από το ποδόσφαιρο! Συγκεκριμένα, όταν η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ελλάδας κατέκτησε το πανευρωπαϊκό κύπελλο «Euro 2004» στην Πορτογαλία (καλοκαίρι 2004), χιλιάδες λαού από αυτούς τους μουσουλμάνους ξεχύθηκαν στους δρόμους της ελεύθερης Λευκωσίας πανηγυρίζοντας μαζί με τους χριστιανούς Κύπριους, κρατώντας γαλανόλευκες σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα υπέρ της Ελλάδας. Και οι φιλίστορες, που γνωρίζουν καλά ότι συχνά στο παρελθόν οι αθλητικές νίκες ή μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις έγιναν αφορμή για την εκδήλωση καταπιεσμένων πολιτικών ή απελευθερωτικών κινημάτων, μόνο ως αστεία ή τυχαία δεν θα εκλάβουν αυτή την αυθόρμητη διαδήλωση του ελληνόφωνου μουσουλμανικού στοιχείου της Κύπρου[30]!

Η Ελληνική επίσημη γλώσσα των Οθωμανών
Ο Μιχαήλ Δούκας αναφέρει, ότι ο Οθωμανός στρατάρχης Χαλίλ, που διορίστηκε σε αυτή τη θέση από τον Μουράτ τον Α’ (1362-1389) «ήταν Ρωμαίος στην καταγωγή»[31], δηλαδή ήταν κατά πάσα πιθανότητα Έλληνας και μετά απόλυτης βεβαιότητας ελληνόφωνος. Μετά την οριστική κατάλυση του πελοποννησιακού δεσποτάτου του Μυστρά από τους Οθωμανούς (1460), άρχισαν εχθροπραξίες των Τούρκων εισβολέων με τους Ενετούς (1463), που διατηρούσαν αρκετές σημαντικές κτήσεις στα ελληνικά εδάφη ήδη από την εποχή των σταυροφοριών. Εκείνα τα χρόνια, ως μεγάλος βεζίρης της Υψηλής Πύλης αναφέρεται ο Μαχμούτ Πασάς, ο οποίος ήταν (κατά γενική παραδοχή όλων των ιστορικών) ελληνικής καταγωγής[32].
Ο διάδοχός του στο ίδιο αξίωμα κατά την αποτυχημένη εισβολή του Μωάμεθ του Πορθητή στη Ρόδο το έτος 1467, ο μεγάλος βεζίρης Μεζίχ Παλαιολόγος, από το επώνυμο φαίνεται πως όχι μόνο ήταν ελληνικής καταγωγής αλλά κρατούσε κιόλας «ως εφημίζετο, εκ του ομωνύμου αυτοκρατορικού οίκου»[33]. Ογδόντα χρόνια περίπου μετά, βρίσκουμε στην αυλή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή (δισέγγονου του Μωάμεθ) να διορίζεται κατά το 1523 στο αξίωμα του μεγάλου βεζίρη ο Ιμπραήμ Πασάς, εξισλαμισμένος Έλληνας και αυτός, που ως αιχμάλωτος είχε μεγαλώσει μαζί με τον σουλτάνο στο παλάτι και είχε γίνει ο πιο στενός του φίλος. Ο Σουλεϊμάν ένα χρόνο μετά το διορισμό του τον πάντρεψε με την αδελφή του, τη Χαλίς[34]. Επίσης, ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας των Οθωμανών Σινάν, γεννημένος το 1497, σε ηλικία 13 ετών είχε στρατολογηθεί αρχικά στο πλαίσιο του «ντεβσιρμέ», δηλαδή του βίαιου ετήσιου παιδομαζώματος προικισμένων χριστιανών (συνήθως ελληνικής καταγωγής) για να εξισλαμιστούν και να πυκνώσουν τις τάξεις των γενιτσάρων. Το έτος 1529, στο στρατηγικής σημασίας κάστρο της Μεθώνης, βρίσκουμε δύο Έλληνες μουσουλμάνους σε καίριες θέσεις. Τον κυρ Καλογιάννη Μεθωναίο ως λιμενάρχη, και τον Ζακυνθινό Νικόλαο Σκανδάλη στη θέση του τελώνη και του διοικητή των πύργων της προκυμαίας.
Αποτέλεσμα της ευρείας αξιοποίησης όλων αυτών των ελληνικής καταγωγής εξισλαμισμένων αξιωματούχων ήταν, η Ελληνική γλώσσα να εκτοπίσει εντελώς την βάρβαρη και ακατέργαστη τουρκική μέσα από το παλάτι. Μάλιστα και ο ίδιος ο σουλτάνος, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής, πέρα από τη φημολογούμενη ελληνική του καταγωγή, ο ίδιος μίλαγε άπταιστα και έγραφε Ελληνικά, ενώ μελετούσε επισταμένα την αρχαία Ελληνική Παιδεία[35]. Έτσι, ήδη από το έτος 1479 σώζονται οθωμανικά διπλωματικά έγγραφα «γεγραμμένα πάντα εν τη Ελληνική», η οποία ήταν «επισήμω τότε γλώσση του Οθωμανικού κράτους»[36].
Κατά την πρώτη λοιπόν περίοδο της τουρκοκρατίας η Ελληνική γλώσσα όχι μόνο δεν αντιμετώπισε κανένα κίνδυνο από τους Οθωμανούς, αλλά απ’ ό,τι βλέπουμε επειδή η άρχουσα τάξη των μουσουλμάνων είχε στελεχωθεί από Έλληνες εξωμότες, εξαιτίας της μόρφωσης και της προηγούμενης κυβερνητικής εμπειρίας τους, πήρε τη θέση της επίσημης διπλωματικής γλώσσας της ισλαμικής αυτοκρατορίας, αλλά και της γλώσσας της σουλτανικής διοίκησης! Με λίγα λόγια, η Ελληνική παρέμεινε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας σε όλους τους τομείς!
Βεβαίως οι Οθωμανοί (όπως και οι Ρωμαίοι πριν από αυτούς) δεν διατήρησαν την Ελληνική γλώσσα από κάποια αγάπη προς τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους, αλλά για εντελώς πρακτικούς και πολιτικούς λόγους. Εφόσον τα Ελληνικά ακόμα τότε ομιλούνταν από τη συντριπτική πλειοψηφία όχι μόνο των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου, αλλά και από τους μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν στη μεγάλη τους πλειοψηφία Έλληνες «τουρκεμένοι» και ως τέτοιοι παρέμεναν ελληνόφωνοι. Επίσης, η Ελληνική ήταν απαραίτητη ως διπλωματική γλώσσα με τις αυλές της Δύσης, διότι τα τουρκικά δεν τα γνώριζε και δεν τα αναγνώριζε κανείς.
Παράλληλα, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, που είχε γνώση της μακρινής ρωμαίικης του καταγωγής και μάλιστα από την αυτοκρατορική οικογένεια των Κομνηνών όπως μαρτυρεί ο Φραντζής[37], ήθελε να αναγνωριστεί από τις δυτικές αυλές ως γνήσιος Ρωμαίος αυτοκράτωρ, παρά ως Οθωμανός σουλτάνος. Και αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ξεκίνησε ως παγανιστική, έπειτα έγινε χριστιανική και πλέον θα μπορούσε να και γίνει ισλαμική! Εξάλλου ο Μωάμεθ είχε δώσει στον εαυτό του και τον τίτλο του Καίσαρα!
Η χρήση της Ελληνικής ως μοναδικής επίσημης γλώσσας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας διατηρήθηκε και μέχρι τα χρόνια πριν και κατά την Επανάσταση του 1821. Ο ‘γγλος λοχαγός William Martin Leake, που περιηγήθηκε την Ελλάδα από το 1804 έως το 1810 ως κατάσκοπος υπέρ των βρετανικών συμφερόντων, φιλοξενήθηκε σε μία στάση του και στο σπίτι του Γιουσούφ αγά Αράπη στο Τεπελένι, από τις 28 Δεκεμβρίου 1804 έως και τις 6 Ιανουαρίου 1805. Η δουλειά του ήταν να παρατηρεί τα πάντα προσεχτικά και να τα αναφέρει με σχολαστικότητα στους προϊσταμένους του. Αναφερόμενος στις συνήθειες του περιβόητου Αλβανού τυράννου της Ηπείρου Αλή Πασά των Ιωαννίνων, επισημαίνει:
«Όλα περνούν από το χέρι του εκτός από την αλληλογραφία. Υπαγορεύει τις επιστολές στον Τούρκο ή Ρωμιό γραμματικό. Το γράψιμό του είναι φριχτό κι’ ακόμα χειρότερη η ελληνική ορθογραφία του. Τα λίγα γράμματα που έμαθε τα ξέχασε γιατί δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ, αφού στην οθωμανική Ανατολή κάθε μεγάλος έχει το γραμματικό του. Διάβαζε αραβικά μα δεν δοκίμασε ποτέ να γράψει. Οι συνεννοήσεις του με την Πύλη γίνονται σε ελληνική γλώσσα διαμέσου του αρχιτζοχαντάρη του, του επίσημου δηλαδή αντιπροσώπου του στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά και με τους Αρβανίτες του αλληλογραφούσε στα ελληνικά, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις που επιθυμούσε να διαβαστεί η διαταγή του στα αρβανίτικα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις επιστρατεύει τα αρβανίτικα αλλά γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες»[38].
Γι’ αυτό και βλέπουμε όχι μόνο επί τουρκοκρατίας αλλά και κατά την περίοδο της Επανάστασης τους Οθωμανούς αξιωματούχους να συνοδεύονται πάντα από έναν Έλληνα γραμματικό, όπου ορισμένοι από αυτούς τους γραμματικούς λειτουργούσαν και ως άξιοι κατάσκοποι υπέρ των μαχητών της ελευθερίας. Οι Έλληνες γραμματικοί ήταν άκρως απαραίτητοι στους Τούρκους και στους Αλβανούς πασάδες, διότι αυτοί συνέτασσαν την κρατική αλληλογραφία τους, η οποία ήταν γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα. Όλες οι αναφορές, τα διατάγματα ακόμα και τα φιρμάνια γράφονταν στην Ελληνική. Οπότε, απορίας άξιον είναι (ρητορικό βεβαίως το ερώτημα) ποια γλώσσα άραγε παινεύεται ότι διέσωσε η Εκκλησία; Την επίσημη κρατική και διπλωματική γλώσσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας;

Παραπομπές:
[1] Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», πρόλογος του τρίτου και τέταρτου τόμου της πρώτης έκδοσης. Τόμος 5ος, σελίδα 18, εκδόσεις «Φάρος», Αθήνα 1983.
[2] Πέτρος Π. Καλονάρος, εισαγωγή στο «Χρονικόν του Μορέως», σελίδα ιβ’, εκδόσεις «Εκάτη».
[3] «Athenes ancienne et nouvelle et l’estat present de l’empire des Turks», Paris, 1675.
[4] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Α’, σελίδα 618, εκδόσεις «Στάχυ», Ένατη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[5] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Β’, σελίδα 306, εκδόσεις «Στάχυ», Όγδοη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[6] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ2′, σελίδα 591, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[7] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21», τόμος Α’, σελίδες 492-493, υποσημείωση 132, εκδόσεις «Στάχυ», Πέμπτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[8] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21», τόμος Α’, σελίδα 492, εκδόσεις «Στάχυ», Πέμπτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[9] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Β’, σελίδα 215, εκδόσεις «Στάχυ», Όγδοη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[10] Δημήτρης Φωτιάδης, «Η επανάσταση του 21», τόμος Β’, σελίδα 94, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.
[11] Κόκκινος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Α’, σελίδες 618-619.
[12] Δημήτρης Φωτιάδης, «Η επανάσταση του 21», τόμος Β’, σελίδα 94, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.
[13] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Β’, σελίδα 448, εκδόσεις «Στάχυ», Όγδοη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[14] Γρ. Παπαδοπετράκη «Ιστορία των Σφακίων, ήτοι μέρος της Κρητικής ιστορίας», επανέκδοση Αθήναι 1971, σελίδα 160. Πηγή: Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ2′, σελίδα 439, υποσημείωση 2, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[15] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ2′, σελίδα 439, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[16] Δημήτρης Φωτιάδης, «Η επανάσταση του 21», τόμος Β’, σελίδα 96, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.
[17] Δημήτρης Φωτιάδης, «Η επανάσταση του 21», τόμος Β’, σελίδα 97, εκδόσεις «Μέλισσα», Αθήνα 1971.
[18] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21», τόμος Α’, σελίδα 493, υποσημείωση 132, εκδόσεις «Στάχυ», Πέμπτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[19] Π. Παπαγεωργίου, «Ο εξισλαμισμός του μακεδονικού χωριού Νοτίων», Μακεδ. Ημερολόγιον, τόμος Β’, (1909), σελίδα 94. Πηγή: Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ2′, σελίδα 351, υποσημείωση 3, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[20] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 188, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[21] R. M. Dawkins, «The Cryptochristians of Turkey», Byzantion, τόμος Η’ (1953) σελίδα 257. Πηγή: Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ2′, σελίδα 337, υποσημείωση 2, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.
[22] Ο σουλτάνος εκχώρησε την Κύπρο στους Βρετανούς ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη που του παρείχαν κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878. Οι Βρετανοί ανταμείφθηκαν και για έναν ακόμα λόγο: Επειδή εξανάγκασαν την ελληνική κυβέρνηση μέσω του ξενόδουλου και ξενόφερτου μονάρχη της χώρας Γεώργιο Α’ Γκλίξκμπουργκ, να κρατήσει η Ελλάδα θέση ουδετερότητας στη ρωσοτουρκική διαμάχη. Αν η Ελλάδα είχε μπει στον πόλεμο του 1877-78 ως σύμμαχος των Ρώσων, ίσως και να είχε καταφέρει από τότε την ανάκτηση όλων των εθνικών εδαφών της, πράγμα που επιχείρησε στις αρχές του 20ου αιώνα και πέτυχε μερικώς πληρώνοντας εκατόμβες αίματος! Τελικά οι Μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησαν στην Ελλάδα τη Θεσσαλία (1878) και ένα μικρό μέρος της Ηπείρου, με αντάλλαγμα την προστασία των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Την ίδια χρονιά ξέσπασε και επανάσταση Κρήτη που ζητούσε την ένωση με την Ελλάδα.
[23] Οι πληροφορίες μας για το βιβλίο «Λαογραφία III» και τα όσα συνέβησαν στην Κύπρο με αφορμή την έρευνα του Αχμέτ Έρντενκιζ, τα αντλήσαμε από άρθρο της εφημερίδας της Κύπρου «Φιλελεύθερος» της 24ης Μαρτίου 2002, το οποίο φιλοξενείται στο διαδύκτιο στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.ekloges.com.cy με τίτλο «Τουρκοκυπριακή Εκπαίδευση και Λινοβάμβακοι».
[24] Πλήθων Γεμιστός, «Εις Μανουήλ Παλαιολόγον περί των εν Πελοποννήσω πραγμάτων». Πηγή: Χρήστου Π. Μπάλογλου «Γεώργιος Πλήθων – Γεμιστός, Επί των Πελοποννησιακών πραγμάτων», εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις», Αθήνα 2002.
[25] Ηρόδοτος, «Ιστορίαι», Η’, 144, εκδόσεις «Επικαιρότητα», Αθήνα 1998.
[26] Πηγή: www.pontians.info/htm/elinesmb.htm
[27] Περιοδικό «Τηλέραμα», «Έλληνες ενός άλλου θεού», συνέντευξη του Γιώργου Κανελλάκη στη Μαρία Αθανασίου, σελίδα 21, τεύχος 1429, 24-30 Ιουλίου 2004.
[28] Περιοδικό «Τηλέραμα», «Έλληνες ενός άλλου θεού», συνέντευξη του Γιώργου Κανελλάκη στη Μαρία Αθανασίου, σελίδες 20-21, τεύχος 1429, 24-30 Ιουλίου 2004.
[29] Περιοδικό «Τηλέραμα», «Έλληνες ενός άλλου θεού», συνέντευξη του Γιώργου Κανελλάκη στη Μαρία Αθανασίου, σελίδα 21, τεύχος 1429, 24-30 Ιουλίου 2004.
[30] Τη νίκη της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Ελλάδας στο «Euro 2004», πανηγύρισαν το ίδιο θερμά και οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης, ενώ αντίστοιχες εκδηλώσεις έγιναν και στα παράλια της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα στο Τσανάκ Καλέ (Τροία), όπου οι ντόπιοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και ζητωκραύγαζαν «Γιουνάν – Γιουνάν», δηλαδή «Ελλάς – Ελλάς»!
[31] Μιχαήλ Δούκας, «Βυζαντινοτουρκική Ιστορία», XXVIII. 12, εκδόσεις «Κανάκη», Αθήνα 1997.
[32] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 13, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[33] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 30, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[34] Τζον Φρίλι, «Κωνσταντινούπολη, Από τον Χριστιανισμό στο Ισλάμ» σελίδα 222, εκδόσεις «Περίπλους», Αθήνα 2001.
[35] «Ο Μωάμεθ υπήρξε ένα άτομο που εμπνεόταν και που τυραννιόταν από τη συνείδηση της ιστορίας. Αν πιστέψουμε τις αναφορές πως διάβαζε τις περιπέτειες του Αλεξάνδρου και την Ιλιάδα, παράλληλα βέβαια με τις ιστορίες και τους θρύλους των παλαιών σουλτάνων και του εθνικού ήρωα των Τούρκων Dede Korkut, πως μιλούσε πέντε γλώσσες, πως συζητούσε για την ελληνιστική φιλοσοφία και πως έγραφε ποιήματα, θα καταλάβουμε πως υπήρχε στην προσωπικότητά του ένα ισχυρό αισθητικό στοιχείο…», Βρασίδας Καραλής, εισαγωγή στην «Ελληνοτουρκική Ιστορία» του Μιχαήλ Δούκα, σελίδα 48, εκδόσεις «Κανάκη», Αθήνα 1997.
[36] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», σελίδα 25, Αθήνα 1869, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», Αθήνα 1995.
[37] Σύμφωνα με τον Γεώργιο Φραντζή, «Χρονικόν» Α’, 20, ο γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Οθωμανών (Οσμανίδων) ήταν ένας ανιψιός του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ Κομνηνού (1118-1143). Αυτός, που ονομαζόταν επίσης Ιωάννης, εξαιτίας διαφωνιών του με τον θείο του και αυτοκράτορα αυτομόλησε στους Τούρκους. Αλλαξοπίστησε γινόμενος μουσουλμάνος και πήρε το όνομα Τζελεπής. Παντρεύτηκε την κόρη του αμηρά των βαρβάρων, κάποια Καμερώ, και απέκτησε μαζί της έναν γιο τον Σολιμάν. Ο Σολιμάν γέννησε τον Ερτογρούλ, τον ιδρυτή της δυναστείας των Οσμανίδων και θεμελιωτή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και πατέρα του Οσμάν. Με λίγα λόγια, ο Οσμάν ήταν δισέγγονος του Ρωμαίου (Βυζαντινού) πρίγκιπα Ιωάννη, ανιψιού του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ Κομνηνού και πρόγονος του Μωάμεθ του Πορθητή! (Γεώργιος Φραντζής, «Χρονικόν», εκδόσεις «Γεωργιάδη», Αθήνα 2001).
[38] Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Γ1′, σελίδα 337, εκδόσεις «Στάχυ», Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1999.

Συγγραφέας: Στέφανος Μυτιληναίος
Αρθρο συνεργάτη
(Aγνωστη) Ιστορία