ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ (Η αναζήτηση της Αλήθειας)

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ (Η αναζήτηση της Αλήθειας)


Στην ελληνική μυθολογία η διαδικασία αυτή βλέπουμε να διενεργείται από δύο θεότητες, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, τα δίδυμα αδέλφια που είναι τέκνα του Διός και της Λητούς. Είναι  δύο ιδιότητες που δεν έχουν σχέση βέβαια με το συναίσθημα και τη λογική αλλά με το καθαρό αίσθημα, την αγνή και άδολη καρδιά, και με την αναγεννημένη δια της φώτισης διάνοια.Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο αείμνηστος Α. Ανδριανόπουλος, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν οδηγούν την ψυχή στην άμεση γνώση της ουσίας των όντων. Παρασκευάζουν όμως αυτήν για να εκδηλώσει τις άλλες υψηλότερες ψυχικές ιδιότητες και αυτές είναι η έκλαμψη, η ενόραση, η έκσταση και η Ένωση. Είπαμε δε ότι οι δύο αυτές ιδιότητες της ψυχής αποτελούν δύο βαθμούς μύησης, διότι ο μεν Μυστικισμός για να λειτουργήσει σωστά προϋποθέτει το άνοιγμα του κέντρου ή τσάκρας που τοποθετείται στην καρδιά, ο δε Αποκρυφισμός το κέντρο που βρίσκεται στο θυρεοειδή αδένα και ονομάζεται «μήλο του Αδάμ», για να υποδηλώσει ότι με το άνοιγμά του τίθεται σε λειτουργία η ικανότητα της διάκρισης μεταξύ του καλού και του κακού στην εσωτερική της όψη. Ενεργοποιούνται επίσης ιδιότητες όπως η διαίσθηση, που είναι μια διάχυτη αίσθηση πραγμάτων κειμένων εκτός των ορίων των αισθήσεών μας. Διόραση, μια αίσθηση δια της οποίας αντιλαμβάνεται κανείς με σαφήνεια και εναργώς πρόσωπα και γεγονότα που λαμβάνουν χώρα πολύ μακριά, και έμπνευση κατά την οποία ο άνθρωπος δέχεται ιδέες και σκέψεις προερχόμενες από άλλες συνειδήσεις ή διαστάσεις.

Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται δια του Μυστικισμού και του Αποκρυφισμού. Υπάρχουν όμως και άλλα σημαντικότερα για τα οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Με το άνοιγμα των δύο αυτών κέντρων, ο άνθρωπος λειτουργεί σαν μία καθαρά ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς εγωιστικές και κτητικές τάσεις Η ζωώδης φύση του έχει, τρόπον τινά, νεκρωθεί και έχει απομακρυνθεί νοερώς από τον τριπλό αυτό κόσμο της πλάνης. Δεν προσκολλάται στα πράγματα του κόσμου και η συνείδησή του έχει ανυψωθεί σε ένα λεπτότερο επίπεδο. Δεν το συγκινούν τα γήινα και τα εγκόσμια, κι έχει στρέψει το στοχασμό του προς τα θεία και επουράνια. Έχει καθιερώσει μια επαφή και επικοινωνία με τον πνευματικό κόσμο, με τα θεία όντα, και αντλεί δύναμη αλλά  και γνώση άνωθεν, που έρχεται από την αόρατη πνευματική κοινότητα σαν το μάννα εξ ουρανού. Ο Μυστικισμός είναι το πρώτο βήμα και ακολουθεί το δεύτερο που είναι ο Αποκρυφισμός.

Ο Μυστικισμός, κατά μία παράδοση αντιστοιχεί στο βαθμό του αρχάριου μαθητή, ο δε Αποκρυφισμός στο βαθμό του ειδικευμένου εταίρου. Αντιστοιχούν στα δύο μέρη της ανθρώπινης ψυχής των οποίων επιδιώκεται η εξυγίανση και η ανάπτυξη. Με την μύηση συντελείται αφενός μεν η χειραφέτηση των δύο αυτών οργάνων της ανθρώπινης ψυχής, αφετέρου δε η ανάπτυξη των δυνάμεων και των ιδιοτήτων που περιέρχονται σε αυτά. Στον αμύητο αυτά τα δύο κέντρα υπολειτουργούν και δια αυτών εκδηλώνονται τα ζωώδη ένστικτα και τα πάθη και τοιουτοτρόπως μέσω της μύησης, τα κέντρα αυτά αποδεσμεύονται και ελευθερώνονται από τη δουλεία και τη φυλακή της κατώτερης υπόστασης και τίθενται υπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση της ανώτερης θείας υπόστασης. Όπως έλεγε ο Απόστολος Παύλος: «Ελευθερωθέντες από τη σάρκα, εδουλώθημεν εις τον Θεόν». Ο Μυστικισμός λοιπόν εκδηλώνεται από το κέντρο της καρδιάς κι έχει λατρευτικό χαρακτήρα, και ο Αποκρυφισμός από το κέντρο του νου και έχει γνωστικό χαρακτήρα. Οι δύο αυτές λειτουργίες αντιστοιχούν αναλογικά, στις θείες ιδιότητες της αγάπης και της σοφίας, σε κατώτερο βέβαια βαθμό. Ας δούμε όμως πώς συνδέονται με τους θεούς Άρτεμη και Απόλλωνα.


Κατά τον Πλάτωνα, το όνομα Άρτεμις φαίνεται να σημαίνει το αρτεμές (ακέραιο) και το αξιοπρεπές διότι αγαπά την παρθενία. Το δε Απόλλων, προέρχεται από το Απέλλων που σημαίνει το απλούν. Χαρακτηρίζεται επίσης ως αλεξίκακος, αειγενέτης κα πολλά. Αυτό προφανώς, είχε κατά νου ο Κρισναμούρτι όταν διερωτάτο αν είναι δυνατόν να γίνουμε πάλι νέοι, όχι στο σώμα αλλά στο νου και τις καρδιές μας. Αν είναι δυνατόν να ανανεώσουμε το νου και την καρδιά έτσι ώστε να αντικρίζουμε τη ζωή τελείως διαφορετικά. Να έχουμε δηλαδή ένα φρέσκο νου διαυγή που να μην είναι μπερδεμένος, που να μην θίγεται ποτέ από τη στενοχώρια και τα προβλήματα, και από το μόχθο που είμαστε συνηθισμένοι να έχουμε. Με άλλα λόγια, έναν νου αλεξίκακο και μια καρδιά που να μη γνωρίζει τη ζήλεια, που να είναι γεμάτη από στοργή και αγάπη, έτσι ώστε να ξαναγεννιόμαστε τελείως κάθε ημέρα. Να είμαστε δηλαδή, αειγέννητοι. Τότε η μόνη ερώτηση που αξίζει να κάνουμε είναι: «Είναι δυνατόν να ξαναγεννηθούμε ώστε ο νους και η καρδιά μας να είναι ανανεωμένοι, φρέσκοι. Ώστε να μπορούμε να ανανεώνουμε τον εαυτό μας αδιάκοπα και να είναι πάντα φρέσκος, πάντα νέος, ζωντανός και καινούργιος;»

Όταν ο άνθρωπος ξαναγεννηθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όταν αποκτήσει μια καινούργια ζωντάνια, μια καινούργια αντίληψη, μια καινούργια ύπαρξη τότε, τόσο η καρδιά του όσο και ο νους εκδηλώνουν ορισμένες ιδιότητες που αποδίδονται και προέρχονται από τις δύο προαναφερθείσες θεότητες, σύμφωνα και με τις τέσσερις δυνάμεις του θεού Απόλλωνος: Της μουσικής (εκ των Μουσών), της μαντικής, της ιατρικής και της τοξικής. Αλλά και πολλές άλλες. Όταν η καρδιά και ο νους έχουν εξαγνισθεί και αναγεννηθεί, υπάρχει υγιής πνευματισμός. Διότι τότε είναι δυνατή η επικοινωνία με τα καθαρά πνεύματα του αστρικού χώρου, με τα μέλη της Λευκής Αδελφότητας, με τους Διδασκάλους της Σοφίας, με τους θείους Δαίμονες. Τα πνεύματα των θείων όντων που μεταδίδουν τις απόκρυφες γνώσεις στις κεκαθαρμένες ψυχές, όπως το Άγιο Πνεύμα που λαλούσε δια των Προφητών. Δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε το καθαρό με το ακάθαρτο που είναι το «εγώ», διότι αυτό δεν είναι θεμιτό όπως λέγει και ο Πλάτων. Ο γνήσιος και καθαρός Μυστικισμός αλλά και ο Αποκρυφισμός, εκδηλώνονται μόνο στις κεκαθαρμένες ψυχές.

Θα μπορούσαμε πούμε ότι το είδος αυτός της επαφής με το άγνωστο αποτελεί μια μορφή Διαλογισμού ο οποίος, όπως λέγει ο Κρισναμούρτι, υπάρχει μόνον όταν έχει τεθεί τα θεμέλια της ηθικής και ενάρετης ζωής. Ένας τέτοιος άνθρωπος, όπως αναφέρεται στα  «Πόδια του Διδασκάλου», είναι με το μέρος του Θεού και εργάζεται για την εξέλιξη και όχι για το ατομικό του συμφέρον. Και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με την εκμηδένιση του «εγώ» που συνεπάγεται και την εξάλειψη. Ο Νόμος του Κάρμα λειτουργεί όσο υπάρχει το «εγώ», ο χωριστός εαυτός, το ατομικό συμφέρον και επομένως προσκόλληση. Η αιτία της συνταύτισης με τα πράγματα τους ανθρώπους και τις ιδέες βρίσκεται στο «εγώ» που προκαλεί και τα αποτελέσματα. Ο μηχανισμός αυτός παίρνει τέλος με το θάνατο παλαιού που είναι ο εαυτός, λέγει ο Κρισναμούρτι, και αυτό που ισοδυναμεί με την υπερνίκηση της ειμαρμένης, της κακής μοίρας. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ενώ βρίσκεται στον κόσμο, ενώ ζει με τους ανθρώπους, είναι εκτός του κόσμου κι επομένως δεν υπόκειται και δεν εντάσσεται στο νόμο του κάρμα, του κοσμικού γίγνεσθαι. Γι’ αυτό και η ουσιαστική κάθαρση ονομάζεται μυητικός θάνατος.
Μόνο τότε ο νους είναι φρέσκος και αμόλυντος. Γι’ αυτόν κάθε μορφή συνέχισης, εκτός της τεχνικής γνώσης, είναι εντελώς καταστρεπτική, είναι ένας φραγμός για να ξαναγεννηθεί ένας φρέσκος νους. Αυτό που έχει συνέχιση είναι η εγωκεντρική δραστηριότητα στην οποία οι περισσότεροι από εμάς είναι σκλαβωμένοι, η φιλοδοξία, η απληστία, ο φθόνος, η επιδίωξη της ευχαρίστησης, η αποφυγή του πόνου, η μίμηση, το να ακολουθείς και όλα τα άλλα που κάνει αυτό το κέντρο. «Το να πεθάνετε για τον εαυτό σας, που σχηματίζει αυτό τούτο το κέντρο της συνέχισης, το να πεθάνετε για το γνωστό, το να είστε ελεύθεροι από το γνωστό, αυτό είναι η ανανέωση του νου, αυτό φέρνει φρεσκάδα», καταλήγει ο Κρισναμούρτι. Αυτό είναι και το έργο των δίδυμων θεών της μυθολογίας. Ο θάνατος που προκαλείται από την Άρτεμη και η αναγέννηση από τον Απόλλωνα.  Και βέβαια, είναι περιττό να αναφέρουμε ότι δεν πρόκειται περί φυσικών προτύπων αλλά περί ιδιοτήτων του Θείου. Η Άρτεμις, ως θεά της αγνότητας και της παρθενίας, αντιπροσωπεύει τη δύναμη εκείνη δια της οποίας συντελείται η κάθαρση. Είναι δηλαδή, επιφορτισμένη με το έργο του θανάτου αφού, όπως λέγει ο Πλάτων, η κάθαρση ισοδυναμεί με θάνατο καθότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά το λύσιμο και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

Με αυτή την έννοια, η Άρτεμις ονομάζεται θεά του κυνηγιού η οποία, κυνηγώντας στα δάση, στο εσωτερικό δηλαδή του ανθρώπου και με το ολόχρυσο τόξο της έριπτε τα βέλη και εξολόθρευε το γένος των αγρίων ζώων, τη ζωώδη δηλαδή φύση μας με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Φόνευε με άλλα λόγια, το μέρος εκείνο της ψυχής το οποίο ο Πλάτων ονομάζει επιθυμητικόν, και το παρομοιάζει με ποικίλο και πολυκέφαλο τέρας που έχει γύρω του άλλες μεν κεφαλές ήμερων ζώων και άλλες αγρίων. Έτσι η θήρα έμενε πάντοτε το κυριότερο χαρακτηριστικό της ελληνικής Αρτέμιδος. Ο δε Φοίβος Απόλλων, θεός του φωτός, αντιπροσώπευε την αναγεννητική και ανανεωτική δύναμη δια της οποίας φωτιζόταν και αναγεννιόταν η ανθρώπινη διάνοια. Ως τέκνα λοιπόν του Διός, οι δύο αυτοί θεοί αποτελούν τα δύο μέρη της μιας υπερφυσικής δύναμης η οποία ενεργεί ως εξαγνιστική και φωτιστική. Αποσπώντας την ανθρώπινη ψυχή από τα γήινα και στρέφοντάς την προς τα επουράνια διότι, όπως λέγει και ο Κρισναμούρτι, δεν μπορεί να υπάρξει το καινούργιο αλλά το καινούργιο έρχεται με τη φώτιση.

Η Ενέργεια της Αγάπης

Είπαμε προηγουμένως ότι οι δύο αυτές θεότητες αποτελούν δύο όψεις, δύο κλώνους της ίδιας υπερφυσικής δύναμης που προέρχεται από την κεφαλή της ουράνιας ιεραρχίας, που είναι ο κραταιός θεός Ζευς, ο υπέρτατος θεός «πατήρ ανδρών τε, θεών τε», ο ρυθμιστής του παντός, τα πανίσχυρο ον του οποίου η υπέρτατη διάνοια βλέπει και γνωρίζει τα πάντα, και του οποίου η κατοικία είναι αιθήρ, το βασίλειο της αμετάβλητης και γαλήνιας λαμπρότητας. Είναι δε εκπληκτικό πώς ο Κρισναμούρτι παρουσιάζει την ίδια ιδέα του θανάτου και της αναγέννησης με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο: «Για να ανανεωνόμαστε κάθε ημέρα, να ξαναγεννιόμαστε κάθε ημέρα, να πεθαίνουμε κάθε ημέρα για καθετί το γνωστό ώστε να υπάρχει το φρέσκο, το καινούργιο και για να ζούμε σε αυτή την κατάσταση, όχι να τη διατηρούμε αλλά να βρισκόμαστε σε αυτήν, χρειάζεται μια καταπληκτική ενέργεια η οποία δεν είναι ενέργεια της σύγκρουσης. Χρειάζεται ενέργεια για να πεθάνουμε σε καθετί που έχουμε αποκτήσει, που έχουμε αποθηκεύσει, στα πράγματα που έχουμε γνωρίσει, που θυμόμαστε, που συσσωρεύουμε. Ο θάνατος του νου ο οποίος έχει κάθε ημέρα εμπειρίες, ο θάνατος του μυαλού που αντιδρά σε κάθε κίνηση της ζωής, το τέλος της ζωής σε όλους μας, όλα αυτά απαιτούν ενέργεια. Δεν είναι ένα διανοητικό πράγμα. Μιλάμε για μια διαφορετική ενέργεια, μια ζωντάνια, μια δύναμη που είναι αναγκαία για να πεθαίνουμε κάθε μέρα, ώστε ο νους και η καρδιά να είναι φρέσκα, καινούργια. Σε αυτό τον ίδιο το θάνατο υπάρχει το καινούργιο.» 
Δηλαδή, Άρτεμις και Απόλλων ενεργούν συγχρόνως. Για να ανακαλύψουμε σχετικά με αυτή την ενέργεια η οποία πάντοτε ανανεώνεται, χωρίς κανένα κίνητρο, πρέπει να γίνουμε εξαιρετικά απλοί, πράγμα που σημαίνει πεφωτισμένοι, αφού Απόλλων ή Απέλλων σημαίνει «απλούν». Στην ερώτηση τι είναι αυτή η ενέργεια, μπορούμε να δώσουμε την απάντηση με μια λέξη. Αυτή η λέξη είναι ΑΓΑΠΗ. Όχι με την έννοια που την αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι. Αυτή η αγάπη που δεν είναι η λέξη, αυτή η ενέργεια κάνει το νου και την καρδιά να ξαναγεννιέται, έτσι ώστε να είναι πάντα φρέσκια. Μόνο αυτή η ενέργεια διατηρεί το νου φρέσκο όχι μέσα στο χρόνο. Οποιαδήποτε και αν είναι η πείρα, η εντύπωση και η γνώση που έχει αποκτηθεί, πεθαίνει τη στιγμή που έρχεται. Έρχεται, την αισθάνεσαι και τελειώνει σε μια μόνο κίνηση.

Χρησιμοποιώντας το όρο «αγάπη» και «άχρονο», ο Κρισναμούρτι μας διευκολύνει να συνειδητοποιήσουμε τη φύση αυτής της ενέργειας. Είναι κάτι πέρα από το γνωστό, πέρα από το νου. Αν δε λάβουμε υπόψη τη χριστιανική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία η Αγάπη είναι εκ του Θεού και ο Θεός είναι Αγάπη, τότε θα πρέπει να την αναζητήσουμε στη φύση και την ουσία της θεότητας, άρα και του Διός, η οποία δρα δια των δύο ιδιοτήτων της, το θάνατο που αντιστοιχεί στην Άρτεμη, και την αναγέννηση που αντιστοιχεί στον Απόλλωνα.  Όπως λέγει και πάλι ο Κρισναμούρτι: «Ο θάνατος που προκαλεί η ενέργεια αυτή είναι η αθανασία του νέου». Που σημαίνει ότι για να γεννηθεί μέσα μας η θεία και αθάνατη φύση, πρέπει απαραιτήτως να πεθάνει η θνητή προσωπικότητα. Εξ ου και, κατά την παράδοση, πρώτα έρχεται η Άρτεμις και κατόπιν ο Απόλλων. Μπορούμε επίσης να φαντασθούμε τις δύο θεότητες σαν δύο ακτίνες του Ήλιου-Διός, η μια ως ακτίνα της κάθαρσης και η άλλη της φώτισης. Θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι οι ακτίνες αυτές δεν ενεργούν άμεσα στην ανθρώπινη ψυχή, λόγω της μεγάλης ακτινοβολίας τους την οποία η ψυχή δεν μπορεί να αντέξει, αλλά έμμεσα μέσω ενός από εκείνους τους αγγέλους που είναι οι φύλακές μας και εποπτεύουν επί του ανθρώπινου γένους και που, λόγω του ιερού λειτουργήματός τους, δρουν σαν αξιωματούχοι των θεών και μεταδίδουν τις ιδιότητές τους στους ανθρώπους με μικρότερη, πιο υποφερτή ένταση, δηλαδή ανακλαστική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ασκληπιού ο οποίος αποκαλείτο «ιατής αγαθός» διότι, όπως αναφέρει η παράδοση, οι ιατρικές ιδιότητες προήρχοντο από τον Απόλλωνα, τον ηλιακό θεό του οποίου η ακτίνα επενεργούσε αγαθοεργά επί του ανθρώπινου σώματος και έτσι, ο Ασκληπιός κατέστη θεός της υγείας. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι η ιατρική του Ασκληπιού συμπεριλαμβάνεται στην επιστήμη του Αποκρυφισμού. Θα πρέπει επομένως να φαντασθούμε τις θεότητες αυτές όχι σαν μορφικές οντότητες αλλά σαν μια δραστική υπερβατική δύναμη που χρησιμοποιούν τα θεία όντα για να επιτελέσουν το μυητικό έργο τους. Γι’ αυτό και ο Κρισναμούρτι μιλά για την ενέργεια της αγάπης απρόσωπα, η οποία έχει δύο ιδιότητες δηλαδή την εξαγνιστική ή λυτρωτική και την αναγεννητική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν λόγο για ουράνιους ιατρούς που χειρουργούν τα πάθη της ψυχής χρησιμοποιώντας βεβαίως ως χειρουργικό εργαλείο τους τη θαυματουργή αυτή ενέργεια. Ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, στο βιβλίο του «Σκοτεινή Νύκτα της Ψυχής», λέγει αναφερόμενος στο ίδιο θέμα:

«Η ψυχή, βυθιζόμενη στη Σκοτεινή Νύκτα, μένει σε κατάσταση παθητική για να αφήσει το Θεό ελεύθερο να ενεργήσει. Είναι παθητική αλλά όχι αδρανής. Υποτασσόμενη στη θεία εγχείρηση συνεργάζεται κατά το μέτρο της δύναμής της. Καμιά εσοχή της καρδιάς ή του νου δεν αφήνεται ανεξερεύνητη και ανενόχλητη. Τοιουτοτρόπως, εκδηλώνονται όλες οι δυνάμεις της ψυχής και μια νέα ικανότητα για αγάπη και αφοσίωση στη θεία θέληση εκδηλώνεται»
Μπορούμε επομένως να πούμε ότι η ενέργεια της Αγάπης αντιπροσωπεύει την άμορφη και αιώνια ζωή, και αυτό είναι ένας ορισμός που δίνεται από όλες τις παραδόσεις για το Θεό. Τι αντιπροσωπεύουν όμως η καρδιά και ο νους; Είναι κατ’ αρχήν δύο όργανα με τα οποία λειτουργεί ο ανθρώπινος οργανισμός. Η καρδιά είναι το κέντρο της ζωής και ο εγκέφαλος το κέντρο της γνώσης. Δεν είναι όμως μόνο δύο φυσικά όργανα. Υπάρχει και η μεταφυσική πλευρά τους. Κατά τον εσωτερισμό, η καρδιά αντιστοιχεί στο αστρικό σώμα που είναι το όχημα της ζωής και ο νους στο νοητικό σώμα, που είναι ο φορέας της σκέψης. Αυτή η ζωή έχει αναλογική σχέση με την αιώνια ζωή αλλά ανήκει σε ένα κατώτερο επίπεδο. Ο δε νους που είναι η έδρα του καλού και του κακού, μπορεί να είναι πεπλανημένος δηλαδή όργανο της υλιστικής σκέψης, ή πεφωτισμένος δίαυλος δηλαδή της ανώτερης βουδικής σκέψης, ή δείκτης πνευματικών εμπνεύσεων. Με άλλα λόγια, μπορεί να είναι φονεύς της πλάνης ή της αλήθειας, του σκότους ή του φωτός.

Μέσω του νου διέρχεται το απολλώνιο φως που λειτουργεί σαν έμπνευση και εκπέμπεται από τις Μούσες. Υπό αυτή την έννοια οι κινέζοι Βουδιστές λέγουν ότι όλα τα ανθρώπινα όντα διακρίνονται μεταξύ τους από το είδος της διάνοιάς τους, αν δηλαδή είναι πεπλανημένη ή πεφωτισμένη. Ας σταθούμε όμως στο θέμα της καρδιάς και ας προσπαθήσουμε να την εξετάσουμε όχι σαν φυσικό όργανο αλλά σαν μια υπερφυσική δύναμη, σαν μια αστρική ενέργεια που συντηρεί και ζωογονεί το σώμα. Περί αυτής της αναζωογόνησης άλλωστε της καρδιάς  μιλάει ο Κρισναμούρτι, αφού το φυσικό όργανο δεν επιδέχεται ανανέωση. Πρόκειται για αυτή την ίδια την ουσία της ζωής στο υπό τον ήλιο σύμπαν, όχι όμως της αιώνιας ζωής ή ζωής της Αγάπης, από την οποία ωστόσο απορρέει καθότι όλη η ενέργεια μέχρι την κατώτερη μορφή της προέρχεται από μια ουράνια πηγή. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το σχετικό κεφάλαιο της Γένεσης, στο οποίο αναφέρει ότι ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής στους μυκτήρες του Αδάμ και έγινε ο άνθρωπος ψυχή ζώσα. Αυτή είναι η ενέργεια της καρδιάς, ενώ της Αγάπης είναι «πνεύμα ζωοποιούν», ο Κύριος εξ ουρανού. Η μια ζωή είναι αιώνια και η άλλη εφήμερη. Και της αιώνιας ζωής τέκνα, δηλαδή ιδιότητες, είναι η Άρτεμις και ο Απόλλων.

Με τους δύο αυτούς κλώνους από το Δένδρο της Ζωής, πραγματοποιείται το θεάρεστο έργο της κάθαρσης και του φωτισμού. Στεκόμαστε όμως ακόμη στην ενέργεια της καρδιάς. Ο Παράκελσος της δίνει την ονομασία, ζωικό ρευστό και λέγει ότι όλος ο Μικρόκοσμος περιλαμβάνεται εν δυνάμει στο στοιχείο αυτό. Το ονομάζει επίσης spiritus vitae (πνεύμα ζωικό) που έλκει την προέλευσή του από το spiritus mundi και αποτελεί εκπόρευσή του. Αποτελεί την ουσία της ζωής, και το στοιχείο στο οποίο περιλαμβάνεται αυτή η ουσία και χρησιμεύει σαν όχημά της, ο Παράκελσος το ονομάζει Μούμια. Είναι το ορατό σώμα που δείχνει ότι βλέπει και μιλάει και εν τούτοις δεν βλέπουμε εκείνη τη δύναμη που βλέπει και μιλάει μέσω αυτού. Κατά τον ίδιο τρόπο η δράση της Μούμιας επί του ορατού σώματος δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από τις αισθήσεις, μόνο τα αποτελέσματά της μπορούν να γίνουν ορατά. Η Μούμια είναι το μυστικό των φιλοσόφων, το «άνθος του ανθρώπου» και το πραγματικό ελιξίριο της ζωής.

Το όχημα που περιλαμβάνει την ουσίας της ζωής στο σώμα του ανθρώπου, δηλαδή η Μούμια, είναι το ίδιο σε όλες τις ιδιότητές του σαν εκείνο που περιλαμβάνει την παγκόσμια ζωή και αποτελεί το αστρικό σώμα του κόσμου. Όλα τα μέλη του σώματος περιλαμβάνονται δυνητικά στο κέντρο του ζωικού ρευστού που έχει την έδρα του στον εγκέφαλο, ενώ η δύναμη που το κινεί προέρχεται από την καρδιά. Η σκέψη κατά τον Παράκελσο, δεν δημιουργείται από τον εγκέφαλο ούτε η αγάπη ούτε το μίσος δημιουργούνται από την καρδιά. Αλλά η σκέψη ενεργεί μέσω του εγκεφάλου και η αγάπη και το μίσος έχουν το κέντρο τους στην καρδιά. Ο άνθρωπος που είναι θυμωμένος, δεν είναι θυμωμένος μόνο στο κεφάλι ή στη γροθιά του, αλλά συνολικά. Ένα πρόσωπο που αγαπάει, δεν αγαπάει μόνο με τα μάτια αλλά με όλο του το είναι. Εν ολίγοις, όλα τα όργανα του σώματος είναι μόνο μορφικά σχήματα νοητικών καταστάσεων προϋπαρχόντων παγκοσμίως. Τα όργανα αυτά δεν είναι παρά φορείς και σωματικοί αντιπρόσωποι των ενεργειών που εισχωρούν και κυκλοφορούν σε ολόκληρο το σύστημα.

Υπάρχει λοιπόν κατά τον Παράκελσο, το spiritus mundi που αντιστοιχεί στην ενέργεια της Αγάπης του Κρισναμούρτι, και το spiritus vitae που είναι η ενέργεια της καρδιάς, προερχόμενη από την πρώτη που είναι και η Πηγή κάθε ζωής. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι η ενέργεια της Αγάπης – που είναι καθαρά πνευματική – είναι μια θεουργική δύναμη ενώ η ενέργεια της καρδιάς – που είναι αστρική – είναι ο λεγόμενος μέγας μαγικός παράγων των αλχημιστών, με τον οποίο γίνονται όλες οι μαγικές πράξεις στο κοσμικό βασίλειο. Οι δύο αυτές μορφές ενέργειας προσαρμόζονται στις δύο όψεις της θεάς Αφροδίτης, την ουράνια και την πάνδημο. Αν λάβουμε υπόψη το θεμελιώδη κανόνα της αναλογίας σύμφωνα με τον οποίο όλα τα άνω είναι όμοια με τα κάτω, καθώς και τη ρήση του Παράκελσου ότι ο άνθρωπος είναι καθρέπτης του σύμπαντος, καθότι πλάσθηκε κατά το ουράνιο πρότυπο της τριαδικής θεότητας, τότε μπορούμε να πούμε ότι η Παγκόσμια Ψυχή υπάρχει κατά αντιστοιχία και στο εσωτερικό του ανθρώπου και ότι λειτουργεί όπως η θεότητα υπό την τριπλή όψη σαν ζωική, ανθρώπινη και θεία. Οι τρεις αυτές όψεις μπορούν να γίνουν κατανοητές  σαν η μία εντός της άλλης, αλλά καθεμία έχει την ιδιαίτερη διαμονή της.
Σύμφωνα με την Καβαλιστική παράδοση, τα ονόματα και οι βαθμοί της ψυχής του ανθρώπου είναι τρεις: α) το Νεφές, η ζωική ψυχή που αντιστοιχεί σε αυτό που ονομάζουμε ενέργεια της καρδιάς ή ζωικό ρευστό αστρικής μορφής. Είναι κατά αναλογία, η θεία ιδιότητα της ισχύος. β) το Ρουάχ, που αντιπροσωπεύει το νοητικό ή ανθρώπινο πνεύμα και αντιστοιχεί αναλογικά  με τη θεία ιδιότητα της σοφίας και γ) το Νεσαμάχ, που αντιπροσωπεύει την άγια ψυχή, την εντός ημών θεότητα δια της οποίας εκδηλώνεται η ενέργεια της Αγάπης, το καθαρό πνεύμα που αντιστοιχεί στην ιδιότητα του κάλλους. Σύμφωνα λοιπόν με την ίδια παράδοση, η ψυχή (Νεφές) βρίσκεται σε στενή συγγένεια με το σώμα, συντηρώντας και ζωοποιώντας το. Είναι η βάση η αρχική κίνηση. Έχοντας αποκτήσει τη δέουσα ωριμότητα καθίσταται ο θρόνος επί του οποίου θα στηριχθεί το Ρουάχ (πνεύμα), και όταν τα δύο αυτά έχουν ετοιμασθεί δεόντως, είναι ικανά να δεχθούν την ανώτερη ψυχή (Νεσαμάχ) η οποία θα στηριχθεί με τη σειρά της επί του θρόνου του πνεύματος (Ρουάχ).

Όπως αναφέρουν οι σοφοί ραβίνοι, η μελέτη αυτών των βαθμών της ψυχής συντελεί στην αποκάλυψη της ανώτερης σοφίας και αυτός είναι ο τρόπος (δια της σοφίας και μόνον) κατά τον οποίο επιτυγχάνεται η σταδιακή γνώση ενός αριθμού μυστηρίων. Όταν το Νεφές φλογισθεί υπέρμετρα, καθίσταται θρόνος για το λευκό φως υπεράνω αυτού, και όταν αυτά τα δύο αποκτήσουν την πλήρη λάμψη τους, το λευκό φως καθίσταται θρόνος ενός άλλου φωτός, όχι πλήρως ευδιάκριτου, μιας άλλης ουσίας η οποία επικάθεται επί του λευκού φωτός και τότε υπάρχει σε όλα τέλεια φανέρωση. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο που φθάνει στην τελειότητα και ονομάζεται άγιος. Ακολουθώντας τη μυητική πορεία, λαμβάνει πρώτα από τον Θεό το Νεφές, και εκεί αναγείρει ναό ανάλογου βαθμού θεότητας. Ο βαθμός αυτός αντιστοιχεί στην εκδήλωση του μυστικιστικού στοιχείου, με το άνοιγμα του κέντρου της καρδιάς από το χέρι του Θεού.

Εν συνεχεία, λαμβάνει το Ρουάχ, πάλι από το χέρι του Θεού, και δια του κέντρου του εκδηλώνονται οι αποκρυφιστικές ιδιότητες του ανθρώπου. Τέλος, φθάνει στην κορυφή της εις τον Θεό προσκόλλησης δια του Νεσαμάχ, και επί αυτού οικοδομεί ναό για τον Κύριο. Με αυτό εννοείται ο ανέκφραστος βαθμός του Νεσαμάχ που αντιστοιχεί στο ανώτερο είδος πίστης. Από το επίπεδο αυτό πιστεύω ότι προέρχεται εκείνο που ο Κρισναμούρτι ονομάζει ενέργεια της Αγάπης. Διότι στον ανώτερο αυτό βαθμό εξέλιξης, το ATMAN που αντιστοιχεί στο Νεσαμάχ, ενώνεται με το Μπράχμαν που είναι καθαρή ενέργεια. Με πολύ απλό και συνοπτικό τρόπο περιγράφει την καθαρά μυητική αυτή διαδικασία λέγοντας:
«Αναμφίβολα, αν ο ανθρώπινος νους (Ρουάχ) που είναι ικανός για μια τέτοια εκπληκτική ενέργεια (Νεφές) δεν αναζητάει την αλήθεια ή το Θεό (δεν στραφεί δηλαδή προς τον Μυστικισμό, οπότε η μαγική ενέργεια του Νεφές να γίνει θρόνος ή στήριγμα για το Ρουάχ), τότε κάθε έκφραση αυτής της ενέργειας γίνεται ένα μέσον καταστροφής και αθλιότητας. Η αναζήτηση της Αλήθειας χρειάζεται απέραντη ενέργεια και αν ο άνθρωπος δεν το κάνει αυτό, σπαταλάει την ενέργεια στους δρόμους που δημιουργούν ολέθριες καταστάσεις»

Επομένως, ο Μυστικισμός είναι αρχή της αναζήτησης της Αλήθειας ενώ στον Αποκρυφισμό αποκαλύπτεται ένα μέρος αυτής της Αλήθειας, μια όψη του φωτός.  Τέλος, μέσω της θείωσης κατακτάται πλήρως η Αλήθεια αφού ο άνθρωπος ενώνεται δια της Άγιας ψυχής με την Αλήθεια και το Θεό.

Γεώργιος Σιβρής