Βυζαντινό Δίκαιο.


Οι ποινές που εφάρμοζε το βυζαντινό δίκαιο ως φυσική συνέχεια των ποινών του ρωμαϊκού δικαίου περιελάμβαναν τη θανάτωση, τον εξανδραποδισμό, τον ακρωτηριασμό, το σωματικό κολασμό, την κουρά, την εξορία, τη δήμευση. Εθιμικά είχε καθιερωθεί και η διαπόμπευση ενώ ο νόμος δεν την καθόριζε ρητά παρά μόνο σε μία περίπτωση.
Εκτός από την ηθική απαξίωση και την οικονομική εξαθλίωση που συνεπάγονταν ποινές όπως αυτή της κουράς, της εξορίας και της δήμευσης των περιουσιακών στοιχείων, παρατηρείται μια καταφανής αγριότητα στις περιπτώσεις της θανατικής ποινής, της διαπόμπευσης και του ακρωτηριασμού και του σωματικού κολασμού.
Ακόμα και ο Γεωργικός Νόμος του 7ου-8ου αι. προέβλεπε ακρωτηριασμό στην περίπτωση που έκοβε κανείς σταφύλια ή καρπούς σε ξένη ιδιοκτησία, και φραγγελισμό στην περίπτωση που τα ζώα κάποιου διέφευγαν της προσοχής του και έμπαιναν σε ξένη γη.
Κατά τον Καθ. Γ. Μπαμπινιώτη [131) διαπόμπευση είναι Δημόσιος Εξευτελισμός.
Κατά Φυτράκη (ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ)σ. 327 είναι διασυρμός, πομπεμα, ρεζιλεμα.
Κατά Σταματάκο [ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ] σ. 265 διαπομπεύω σημαίνει φέρω εις πέρας την πομπήν ή περιφέρω, φέρω πέριξ. .

Στο Βυζάντιο διαπόμπευαν τους κλέφτες, τους δειλούς, τους μέθυσους, τους μοιχούς, τους προδότες και άλλους, είτε ήταν απλοί πολίτες είτε εξέχουσες προσωπικότητες. H μαστίγωση, η κουρά, η ρινότμηση και πολλά άλλα αποτρόπαια βασανιστήρια συνόδευαν την διαπόμπευση.
Η διαπόμπευση ήταν περιαγωγή του τιμωρουμένου συνήθως καθισμένου ανάποδα σε ένα γαίδαρο. Η περιαγωγή αυτη λέγονταν ειρωνικά θρίαμβος και συγύρισμα. Η έκφραση “θα σε συγυρίσω” σημαίνει “θα σε διαπομπεύσω” και οχι “θα σε ταχτοποιήσω” όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Στο μεσαίωνα και ιδιαίτερα στην Κρήτη λέγονταν και γιβέντισμα (κατα Ανδ. απο το γαλλικό μεσαιωνικό gibbet=σταυρος, ενώ κατά Ξανθ. απο το τουρκικό güvenmek= εξευτελίζω ) πρβλ. γιβεντισμένη

Η διαπόμπευση ηταν μια πομπή με πρωταγωνιστή τον διαπομπευόμενο και ενα ξέφρενο οχλο που τον προσέβαλε και εξευτέλιζε με κάθε τρόπο, σε πλατείες και δρόμους. Ήταν από τα πιο αγαπημένα θεάματα των βυζαντινών.
Καί σήμερα λέμε “είδα τις πομπές σου“, η χαρακτηρίζουμε καποιο ως “μπομπή” (βλ. και “μπόμπιρας”). Πομπεύομαι έχει σήμερα την έννοια του “ντροπιάζομαι”

Πράξη πρώτη: Τα Προκαταρτικά


Η διαπόμπευση δεν είχε νομικό ερισμα παρά μόνο σε 2 περιπτώσεις. Οι ποινές που προέβλεπαν οι Νεαρές του Ιουστινιανού και τις βρίσκουμε και στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου. Όπου ανέφεραν : “τυπτομενος και κουρευομενος, εξοριζεσθω” [Αρμ passim] υπονοούσαν, χωρις να επιβάλλουν, οτι θα επακολουθούσε και διαπόμπευση. Δεν θα ειχε άλλωστε νόημα η κουρά, αφού γίνονταν για λόγους εξευτελισμού και οχι για λόγους υγιεινής ή αιθητικής. Ρητές μνείες όμως υπάρχουν πρβλ. [Αρμ 350] “κουρά και πομπή σοφρωνιζεσθαι” ή [Αρμ. 364] “διά δαρμού και κουράς και θριάμβου και διηνεκούς εξορίας υπομενέτω τιμωρίαν“..

Η καμπάνα της εκκλησίας σήμαινε για την συγκέντρωση του πλήθους (πρβλ. του “βάρεσαν, ή του έριξαν, καμπανα). Πολλές φορές η κλίση για συγκέντρωση του φιλοθεάμονος κοινού γινόταν με βούκινο (πρβλ. την έκφραση “το έκανε βούκινο“) ή με τύμπανο (πρβλ. “Ο κόσμος τόχει [ακούσει απο το ] τούμπανο“).

Η πρώτη πράξη της “τελετής” διαπόμπευσης ήταν λοιπόν το κούρεμα, το οποίο ήταν πολύ μεγάλη προσβολή για τον ένοχο. Το «κουρεύω» οι βυζαντινοί το έλεγαν και «κουράζω». Είναι συνηθισμένη η φράση: “τον τάδε εκούρασαν μοναχόν“. Η διαπόμπευση εκτός από εξευτελιστική

διαδικασία ήταν και ιδιαίτερα κοπιώδης γιατί τον τιμωρημένο, κατα τη διάρκεια της “τελετής”, τον χτυπούσαν κιόλας. Από τότε το «κουράζω» έγινε συνώνυμο του «καταπονώ». Από κει βγαίνουν και οι φράσεις «Άντε να κουρεύεσαι» ή «Αστον να κουρεύεται» που σημαίνουν ότι κάποιος είναι τόσο αχρείος ώστε του αξίζει το κούρεμα (δηλ. η διαπόμπευση). Ο τιμωρημένος γινόταν σαν “κουρεμένο γίδι”‘ ή “κουρόγιδο” που αργότερα μετατράπηκε σεκορο(γ)ιδο και μετα σε “κορόιδο”.

Όταν ο ένοχος είχε διαπράξει πολύ μεγαλύτερο παράπτωμα, όπως συνομωσία κατά του Αυτοκράτορα ή προδοσία, τότε πριν την «πομπή» του τον τύφλωναν. Δηλαδή είχε και μούτζες (βλ. Παρακάτω) και τύφλες. Με μια λέξη ήταν «μουρτζότυφλος» ή «μούρτζουφλος» (Παρατσούκλι και του Αυτοκράτορα Αλέξιου Ε’ Δούκα επειδή τα μάτια του ηταν βαθιά μέσα στις κόγχες τους και σκεπάζονταν με πυκνά φρύδια και τον έκαναν να μοιάζει με τυφλωμένο. Ισως και να ήταν άξιος του ονόματος). Συνήθως και τώρα όταν μουντζώνουμε λέμε προς ενίσχυση “Τύφλα!” ή “Τύφλα στά μάτια σου!”. Η έκφραση δεν κοιτάς την τύφλα σου (δηλ. τις δικές σου μπομπές=ντροπές) μοιαζει κυριολεκτικα οξύμωρη. Με την παραπάνω μεταφορική έννοια όμως είναι απολύτως λογική.

Διακόσμηση του τιμωρούμενου γινόταν με κουδούνια (κυπριά από τα πρόβατα) και απο κει υπάρχει η έκφραση “τον πήραν με της μπομπής τα κουδούνια“. Θυμηθείτε και αντίστοιχα αποκριάτικα ντυσίματα στα χωριά όπου κουδούνια κρεμασμένα στο λαιμό αυξάνουν την γελοιότητα.

Το λεγόμενο ασθενές φύλλο ειχε μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στις διαπομπεύσεις, ιδίως λόγω της μοιχείας. Ετσι η διαπομπευθείσα ονομαζονταν μπομπεμένη ή βαρύμπομπη (διαισθάνομαι οτι το αττικό τοπωνύμιο “Βαρυμπόμπη” θα δόθηκε απο κάποια τέτοια δυστυχισμένη που αποφάσισε μετα την διαπόμπευση να καταφύγει στην ερημιά ως κοινωνικώς απόβλητη. Η ετυμολογική ερμηνεία για την προέλευση από κάποιο Αλβανό ονομαζόμενο “Μπόμπη” δεν μου φαίνεται λογική.
Η διαπόμπευση της μοιχαλίδας φαίνεται ότι επέζησε και μετά την πτώση του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία. Υπαρχει παροιμια που λεει :”Οποια δεν καθεται καλά και κανει εργολαβια: στο γαιδαρο και στον παπα και την αστυνομια“.
Ο εστί μεθερμηνευομενον: Όποια πηγαίνει με άλλους άντρες (η εργολαβία σήμαινε ερωτοτροπία, αφού προέβλεπε συχνή περιδιάβαση από το σπίτι του εραστή/ερωμένης σαν τον εργολάβο που κάνει επιμέτρηση για την επισκευή σπιτιού), την καβαλικεύουμε ανάποδα στο γαιδαρο (διαπόμπευση), την στέλνουμε στον παπάγια την ηθικο-θρησκευτική τιμωρία (επιτίμια, αφορισμός) και στην αστυνομία για την ποινική δίωξη.

Άλλη ηπιότερη ποινή ήταν το σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο (δια πυρός και σιδήρου). Ο τιμωρούμενος εκαυτηριάζετο για τήν διαγωγή του ή συμπεριφορά του. Έκφραση που την χρησιμοποιούμε και σημερα. Υπάρχει μια πιο σπάνια έκφραση (Βλ. Π.Δελτα: “Ο Τρελαντώνης”) “μούτρο για σιδέρωμα“. Ίσως και το σκέτο “μούτρο” να έχουν τη ρίζα τους σε αυτή την μορφή τιμωρίας.

Άλλες ποινές που επροηγούντο της διαπόμπευσης ηταν η ρινοκοπία (κόψιμο της μύτης) (πρβλ. Επώνυμα Ασημομύτης και Κηρομύτης που έπαιρναν οι ρινότμητοι επειδή αντικαθιστούσαν αργότερα με τεχνητή την κομμένη μυτη τους), ή καυλοκοπία για τους αλογευόμενους άνδρες (κτηνοβάτες) που δεν ξέρουμε αν είχε τεχνητή αντικατάσταση. Ποινή ήταν επίσης και το κόψιμο των αυτιών. Λέγεται και σήμερα σαν απειλή “θα σου κόψω τ’ αυτιά“. (Σημ. επιβίωση της έκφρασης στο ποντιακό τραγούδι).

Πράξη δεύτερη – Διαδικασία.

Για να διασκεδάσουν το κοινό που παρακολουθούσε τη διαπόμπευση και να γελοιοποιήσουν τον τιμωρούμενο, άλειφαν το πρόσωπό του με καπνιά (φούμο), την «ασβόλη». Τον «αποσβόλωναν».
Σχετικές φράσεις το “έμεινε αποσβολωμένος“, “έφυγε αποσβολωμένος” κ.λ.π.

Το ρήμα «αποσβολώνω» είναι αντίστοιχο του αρχαίου «προπηλακίζω». Σύμφωνα με το λεξικό Σουίδα,«Προπηλακισμός: ύβρις είρηται δε από τον πηλόν επιχρίεσθαι τα πρόσωπα των ατιμίαν και ύβριν καταψηφιζομένων». Η λάσπη μέχρι και στις μέρες μας είναι σύμβολο ηθικής κατάπτωσης, συκοφαντίας και εξευτελισμού. Εκφράσεις : “Του ρίξανε λάσπη”, ο “πολέμος της λασπης”, μέχρι και ο νεολογισμος “λασπολογία”

Η διαπόμπευση γινόταν στα φόρα δηλ. στις αγορές (απο το Λατινικό forum και πληθυντικός fora) αλλα και στο αμφιθέατρο-ιππόδρομο, και στους δρόμους και τις πλατειες.
Δεν βγαζουμε λοιπον κατι (πχ. απλυτα) ή ανθρωπο “στη φόρα” αλλα “στα φόρα“. Επομένως η συνηθισμένη έκφραση “θα τα βγαλω ολα στη φορα” ειναι λάθος.

Κατά το συγύρισμα ο διαπομπευόμενος κάθονταν ανάποδα σε γάιδαρο (απο εκει το “θα σου χέσω το γάιδαρο“) και οι φίλαθλοι του πετούσαν περιττώματα ζώων και παλαια ράκη (πατσαβούρες) (Βλ. Ξανθ. σ.148 λ. γιβεντιζω οπου πατσαουριάζω= συνων. του γιβεντιζω). Γινόταν μια διακωμώδηση της γαμήλιας τελετής όπου χόρευαν οι θεατές το χορό των μανδηλιων (εκφραση:της μπομπης τα μαντηλια) Ο κουρεμένος διαπομπευόμενος (κουτρούλης =με κούτρα ως τρούλος) ήταν ο γαμπρός, και η ολη “παράσταση” λέγονταν του κουτρούλη ο γάμος. Οι σοβαρές διαπομπεύσεις μεγαλοσχήμων γινόταν στο (αμφι)θεατρο. Ο διαπομπευόμενος τότε λεγαν οτι εθεατρίζετο. Γίναμε “θεατρο” σημαίνει: “βγήκαμε στο αμφιθέατρο” δηλ. ρεζιλευτήκαμε.

Την «ασβόλη» την έλεγαν και «μούτζα ή “γάνα” που σημαίνει μουντό χρώμα αλλά και παλάμη μουτζουρωμένη από στάχτη. Προέρχεται ίσως από το «μούζα = μαυρίλα» ή από το μούντα, μουντός.
Την ασβόλη την έπιαναν με όλη την παλάμη και την άλειφαν στο πρόσωπο με ανοιχτά τα δάχτυλα. Έτσι προέκυψε, η παλάμη με ανοιχτά δάχτυλα, να είναι υβριστική χειρονομία. (μούντζα ή φάσκελο).
Σχετικές φράσεις είναι «κοίτα μη με μουτζουρώσεις = κοίτα μη με προσβάλεις» ή «έφυγε μουτζουρωμένος= έφυγε ντροπιασμένος», “μούντζω τα” = μουτζουρωσέ τα, ειναι ακατάλληλα. πρβλ. “φασκελοκουκουλωσ’ τα”.

Όσοι την γλίτωναν, οι αθωούμενοι, έβγαιναν (από το δικαστήριο) ασπροπρόσωποι.

Πραξη Τριτη – Ο επίλογος

Ήταν άραγε σωφρονιστικός ο χαρακτήρας των διαπομπεύσεων;

Ο Ιουστινιανός ο Β΄,669-711, γνωστός ως Ρινότμητος, Βυζαντινός Αυτοκράτορας της Δυναστείας του Ηρακλείου, βασίλεψε απο το 685 μέχρι το 695 και ξανά από το 705 to 711 και δεν φαίνεται να ντράπηκε απο την διαπόμπευση του αλλά μάλλον αποθρασύνθηκε.

Δεν μας παραξενεύει αυτό, γιατί οι Βυζαντινοί είχαν σωρεία αυτοκρατόρων με αρκετά εξευτελιστικά παρωνύμια όπως: Αβάστακτος, Μονομάχος, Μέθυσος, Κοπρώνυμος, Παραπινάκης, Καυσαλώνης, Μούρτζουφλος, Μακελλάρης, Ονομάγουλος κλπ.

Μετα την διαπομπευση ο διαπομπευθεις:

  • ή εξορίζονταν, de jure, γιατί ο νόμος το προέβλεπε,
  • ή εξορίζονταν de facto, επειδή καταντούσε περιγελως των συντοπιτων του έπαιρνε των ομματιών του.(Δηλ. πηρε το ονειδος (ρεζίλικι) των ματιών του , την τύφλωση)
  • ή μεταλλιζονταν (στα μεταλεία σε καταναγκαστικά έργα)
  • ή κλεινόταν σε μοναστήρι
  • ή καταδικάζονταν σε καταναγκαστική κωπηλασία (κάτεργο) στις γαλέρες του πλωίμου (του Στόλου). Τοτε λεγόταν κατεργάρις. Η κωπηλασία ήταν σε βάρδιες με κάποια ολιγόλεπτα διαλύματα. Μέτα ακούγονταν η φωνή του ναύκληρου “καθε κατεργάρις στον πάγκο του
  • αλλά και εκτελούνταν (θανατώνονταν)
  • (Αγνώστου, εις εμέ, συντάκτη)

Πηγή: GREEK SURNAMES

Σύνδεσμος στην Πηγή…