Ρατσισμός και Νέα Τάξη

Ρατσισμός και Νέα Τάξη


Είναι γεγονός ότι ίδια η φύση του ανθρώπου του επιβάλλει να λειτουργεί καθ’ ομάδας.

Η ατομική μας συμμετοχή στις λειτουργίες που εξυπηρετούν την ομάδα, είναι αυτή που μας βοηθάει να σχηματίσουμε μια εικόνα για το πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και γενικότερα την καλή λειτουργία του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει. Αυτή η συμμετοχή, μας κάνει να αναπτύξουμε και να αξιοποιήσουμε την μεταξύ μας επικοινωνία έτσι ώστε η επίτευξη μιας κοινής κοσμοθέασης ή κοινής αντίληψης περί του κόσμου γύρω μας, να διευκολύνει κάθε πλευρά της ζωής μας, δρώντας ως λιπαντικό που μειώνει τις τριβές μέσα στον κοινωνικό μηχανισμό, όπως ακριβώς τα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους κύτταρα του οργανισμού μας επικοινωνούν με κοινό τρόπο και συνεργάζονται αρμονικά.

Όσες περισσότερες αντιλήψεις -κοινωνικές και πολιτισμικές- είναι κοινές και κατά συνέπεια όσες περισσότερες θεωρούνται δεδομένες και κυρίως  αυτονόητες μέσα σε μια ομάδα, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες η ομάδα αυτή να προοδεύσει και να ευημερήσει, και μάλιστα σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με μια πολιτισμικά ανάμικτη και ετερογενή ομάδα.


Αυτό συμβαίνει επειδή οι ενέργειες των ατόμων στην ομογενή  ομάδα,  κατευθύνονται -στην πλειονότητα τους- προς κοινά αποδεκτές και κοινά κατανοητές μεθόδους, δηλαδή επάνω σε κοινές βάσεις, χωρίς να αναλώνονται σε χρονοβόρες διερευνητικές και ερμηνευτικές διαδικασίες που συνήθως απαιτούνται για να εξισορροπηθούν ετερόκλητα πρότυπα συμπεριφοράς, προερχόμενα από ετερογενή κοινωνικά στερεότυπα.

Η κατά το δυνατόν ενιαία και σταθερή αντίληψη περί κοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς και η εθελουσία αποδοχή μεγάλου αριθμού κοινών αντιλήψεων ως αυτονοήτων εξασφαλίζει την ισχυροποίηση της ταυτότητας μιας ομάδας.

Η ισχυρή ταυτότητα είναι το στοιχείο που διατηρεί ανέπαφες τις μεθόδους αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων που έχουν δοκιμαστεί και επαληθευθεί μέσα από την πείρα πολλών γενεών και έχουν αποδειχθεί έμπρακτα επωφελείς για το σύνολο. Με αυτό το χαρακτηριστικό κάθε ομάδα με μεγάλη ιστορική συνέχεια, έχει την τάση να καθίσταται αυτοδύναμη, αυτόνομη και αυτεξούσια καθώς η συσσωρευτική δύναμη της πείρας των προγονικών γενεών λειτουργεί επ’ ωφελεία των νεωτέρων μέσα από την σύνδεση μεταξύ τους, χαρακτηριστικά που ενδυναμώνονται από την καλή γνώση της κοινής γλώσσας, της ιστορίας, των εθίμων και των παραδόσεων.

Αντίθετα απ’ ότι καλλιεργείται μέσα από τα ΜΜΕ σήμερα, το γεγονός αυτό ούτε απομονώνει μια τέτοια ομάδα, ούτε την αποκλείει από την εξέλιξη. Αντίθετα αυτή επιτυγχάνεται πιο αποτελεσματικά μέσα από την συγκέντρωση νέων εμπειριών και επιρροών, οι οποίες δοκιμάζονται για την ωφέλεια τους με βάση την προηγούμενη εμπειρία και στη συνέχεια είτε αφομοιώνονται είτε απορρίπτονται. Μόνες προϋποθέσεις είναι να κυριαρχεί ο ορθολογισμός και να αναγνωρίζεται πλήρως η αξία της παιδείας, όπως γνωρίζουμε ότι συνέβαινε στην σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων.

Για τους ίδιους λόγους και στο πολιτικό επίπεδο, ένα δημοκρατικό πολίτευμα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά σε βίαια ή τεχνητά ομογενοποιημένα κράτη αλλά μόνο σε φυσιολογικά ομογενή, με κοινά την γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα.

Όμως το μεγάλο όφελος της ισχυρής ταυτότητας των εθνοτήτων, αποτελεί ταυτόχρονα και έναν ισχυρότατο  ανασταλτικό παράγοντα για τον προγραμματισμό των εμπνευστών της ‘Nέας Tάξης Πραγμάτων’. Είναι αυτό ακριβώς το πλεονέκτημα που δημιουργεί εμπόδιο στα σχέδια τους  και γι’ αυτό το λόγο έχει μπει στο στόχαστρο των προωθητών των προσταγμάτων τους, μέσα σε κάθε εθνότητα και κάθε πολιτικό σχηματισμό.

Ενιαία εθνική ταυτότητα σημαίνει απλά ισχυρή λαϊκή θέληση, ισχυρή φωνή και τέλος άμεση επιβολή αυτής της θέλησης μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Το αντίθετο θα σημαίνει την διάλυση των Εθνών και την δημιουργία μικρών τοπικών ομάδων που θα αντιπροσωπεύουν πρώην κραταιές και νυν εξαθλιωμένες  κοινωνικοθρησκευτικές ενότητες, ασύμβατες μεταξύ τους και διαιρημένες πλέον σε αντιμαχόμενα γκέτο που θα αντιπροσωπεύονται από μικρές και ανίσχυρες κοινοβουλευτικές ομάδες. Σε μακροσκοπικό επίπεδο όμως, θα αφήνουν το πεδίο δράσης ελεύθερο σε μια ολιγάριθμη, κεντρική ομάδα ατόμων με ουσιαστικά απόλυτη εξουσία. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάσπαση των Εθνών τόσο πιο ολιγομελές απαιτείται να είναι το κεντρικό όργανο αυτής της μορφής εξουσίας.

«Διαίρει και βασίλευε» δηλαδή,  κατά το γνωστό ρητό και μάλιστα τα φαινόμενα δείχνουν ότι εφαρμόζεται με ακόμα πιο προχωρημένη προοπτική : «όσα περισσότερα είναι τα κομμάτια που διαιρείς τόσο καλύτερα βασιλεύεις».

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, για να επιτευχθεί ένας τέτοιος μεγαλεπήβολος στόχος χρειάστηκε να εφευρεθεί ένας προσχηματικός διεθνής όρος ο οποίος θα ακουγόταν ταυτόχρονα εγκληματικός και καταδικαστέος για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στη διατήρηση κάθε μορφής εθνικής ενότητας.  Έτσι ανασύρθηκε από μια κατάσταση σχεδόν αχρηστίας όπου είχε περιπέσει, ο όρος ‘Pατσισμός’.

Αυτό που στην πραγματικότητα περιέγραφε ο όρος αρχικά, ήταν η κοινωνική συμπεριφορά, σύμφωνα με την οποία το άτομο κρινόταν με βάση την βιολογική του υπόσταση, δηλαδή την φυλή ή ‘ράτσα’ στην οποία ανήκε.

Όμως με την κατάργηση της πράγματι ρατσιστικής δουλείας στην Αμερική και την επακόλουθη άνοδο του μορφωτικού επιπέδου ο όρος αυτός δεν εξέφραζε παρά ένα πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων εγκλωβισμένων σε κατάλοιπα του παρελθόντος.
Προφανώς στη συνέχεια, οι ‘στρατευμένοι’ υπεργολάβοι του νεοταξικού ισοπεδωτισμού,  πήραν εντολή να αναβαθμίσουν τον όρο και να τον αξιοποιήσουν σε μια εκστρατεία κατά της εθνικής ταυτότητας των λαών με σαφή στόχο τον περιορισμό της συλλογικής τους δύναμης και συνεπώς τον επωφελέστερο για κάθε μορφή ολιγαρχίας έλεγχο τους.

Ανέλαβαν λοιπόν να διευρύνουν την έννοια του όρου, ενισχύοντας τον με χαρακτηριστικά που δεν είχε πριν. Πέρα από την αρχική αρνητική του έννοια της διάκρισης με βάση το χρώμα του ατόμου, τον χρησιμοποίησαν για να αποδώσουν αρνητικότητα και σε κάθε άλλο χαρακτηριστικό διάκρισης μεταξύ των εθνών.

Οι προωθητές των  σχεδίων της Νέας Τάξης για να πετύχουν μια γενική απεθνικοποίηση των λαών, ακολουθούν κατ’ ουσία τις οδηγίες μιας άγραφης επιστήμης ελέγχου των μαζών, η οποία προσαρμόζεται, εμπλουτίζεται και κληρονομείται από πανάρχαιες εποχές και σήμερα περιγράφεται με τον γενικό όρο ‘κοινωνική μηχανική’. Διοχετεύουν λοιπόν μέσα από στρατιές έμμισθων -και πολλές φορές ακούσιων- ‘δημοσιοεκφωνητών’, ‘τόνους’ κατευθυνόμενου υλικού μέσα από τα εξαρτημένα ΜΜΕ, με βάση το οποίο ‘χτίζουν’ τις συνειδήσεις των ανθρώπων σύμφωνα με τα συμφέροντα τους.

Ο Διεθνισμός, ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων των αριστερών κομμάτων του κόσμου ενισχύθηκε και έγινε αντικείμενο αισχρής εκμετάλλευσης, στην προσπάθεια να αξιοποιηθούν προς όφελος των οραματιστών της Νέας Τάξης ο ανθρωπισμός και οι ευαισθησίες των λαών. Όταν διατίθενται κολοσσιαίες δυνάμεις προς μια τέτοια κατεύθυνση, δεν είναι καθόλου δύσκολο να μεταμφιεσθεί η ιδέα της ισότητας που εμπεριέχεται στις διεθνιστικές αντιλήψεις σε όργανο ισοπέδωσης και προκρούστειας εξομοίωσης των πολιτισμών.

Με αιχμή του δόρατος την χρήση του όρου ‘ρατσισμός’, προσπαθούν να προσδώσουν αρνητικότητα όχι μόνο σε κάθε έννοια που συνοδεύει την λέξη ‘Έθνος, αλλά να δαιμονοποιήσουν ακόμα και την ουδέτερη έννοια ‘διάκριση’ !  Επιχειρούν να συνδέσουν κάθε αναφορά στο έθνος και κάθε αίτημα για εθνική ενότητα, με φαιδρούς συνειρμούς όπως ‘νοσταλγοί του παρελθόντος’, ‘αδυναμία προσαρμογής σε νέα δεδομένα’, ‘ακροδεξιός φασισμός’ ‘αντιλήψεις που έχουν πεθάνει’ κλπ και βέβαια θα έκαναν ακόμα πολύ χειρότερα προκειμένου να εξουδετερώσουν αυτό που στην ουσία τους ενοχλεί : τα πραγματικά, ουσιαστικά και χειροπιαστά οφέλη που παράγει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα σε οποιαδήποτε κοινωνία.

Ρατσιστές λοιπόν κατάντησε να αποκαλούνται όσοι υποστηρίζουν την διατήρηση μιας στοιχειώδους ταυτότητας των εθνών, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται ιδεολογικά η εδραίωση των παράνομα εισαγομένων, οι οποίοι επειδή ακριβώς έχουν εισαχθεί με σκοπό την αλλοίωση των τοπικών εθνοτήτων, προστατεύονται προσωρινά από τους υπεργολάβους των νεοταξιστών με κάθε δυνατό τρόπο !!.

Έτσι σήμερα, ο όρος ‘ρατσισμός’ χρησιμοποιείται περίτεχνα εκτός των άλλων και για να διαστρέψει κάθε είδους προφύλαξη που είναι δυνατόν να λάβουν -με νόμιμες ενέργειες-, οι πολίτες μέσα στην ίδια τους τη χώρα,  με σκοπό τη διάσωση και τη διατήρηση της ταυτότητας τους, έναντι των παράνομων ξένων πολιτισμικών ομάδων. Οι αποδέκτες της συστηματικής και «διακαναλικής» αυτής μεθόδου επιβολής αντιλήψεων,  δεν έχουν πολλές ελπίδες να προβάλλουν νοητική αντίσταση, όταν πρόκειται για μια τόσο περίτεχνη, πολυδιάστατη και συντονισμένη επίθεση. Πολύ δε λιγότερες χωρίς την βοήθεια που προσφέρει η παράδοση του Ελληνικού Ορθολογισμού και η καλή γνώση της αρχαιότατης και νοηματικής μας γλώσσας που τον στηρίζει.

Οφείλουμε λοιπόν να διαχωρίσουμε με ορθολογική σκέψη την έννοια ‘ρατσισμός’ από το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της που αφορά την φυλετική εχθρότητα και να την περιορίσουμε μόνο σε αυτό που είναι όντως κατακριτέο.  Για κάθε άλλη νόμιμη ενέργεια για την προστασία της ταυτότητας μας, δεν θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή καμιά υβριστική φρασεολογία που σκοπό έχει να εξαναγκάσει τον Έλληνα να εξαργυρώσει την ‘ρετσινιά’ του δήθεν  ‘ρατσιστή’ ή του δήθεν  ‘ξενοφοβικού’ που αναίτια του φορτώνουν, με την βολική για τους νεοταξιστές εφησυχαστική απάθεια.

Από την άλλη πλευρά, οι λαθρομετανάστες λόγω της απότομης και εξαναγκασμένης απόσπασης τους από την κοινωνική τους ομάδα, αρχικά επιδεικνύουν μια θετική ή ουδέτερη συμπεριφορά μέχρι να ξεπεράσουν το σοκ της αλλαγής. Όμως πολύ σύντομα λόγω της προσκόλλησης τους σε θρησκειακά ή πολιτισμικά στερεότυπα και επειδή τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους δεν είναι αφομοιώσιμα με τα Ελληνικά,  καταλήγουν να ερμηνεύουν ως εχθρικό ένα περιβάλλον γεμάτο με συνήθειες ‘απίστων’ οπότε δικτυώνονται με προεγκατεστημένους ομοεθνείς τους και παρουσιάζουν μια σταθερά απομονωτική και εχθρική συμπεριφορά προς τους εντοπίους. Αυτό συμβαίνει ακόμα και όταν -σε προσωπικό συνήθως επίπεδο-, η συμπεριφορά τους εκδηλώνεται με μια συγκαλυμμένη μετριοπάθεια.

Η κατακραυγή του Ελληνικού λαού για την ασύμμετρη επίθεση που δέχεται μέσω της συντονισμένης εισαγωγής λαθρομεταναστών, δυστυχώς δεν απεικονίζεται ανάλογα με την  έκταση και την δύναμη της και υποβαθμίζεται με κάθε πλάγιο και έμμεσο τρόπο από τα εξαρτημένα  ΜΜΕ, φερέφωνα των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων.

Δεν είναι όμως διαπραγματεύσιμο το να επιτρέψουμε  να επιβληθεί στη μόρφωση των παιδιών μας μια προκρούστεια εξίσωση με τα ξένα που φέρουν εγγενή προβλήματα προσαρμογής στον δικό μας πολιτισμό και αυτό βέβαια όχι επειδή υποφέρουμε από κάποιο σύνδρομο ανωτερότητας όπως θα βόλευε τους προωθητές της πολιτισμικής ισοπέδωσης, αλλά λόγω του ότι επιθυμούμε να διατηρήσουμε και να αξιοποιήσουμε την σοφία των δικών μας προγόνων και την συσσωρευμένη γνώση που φέρει η πολύτιμη παρακαταθήκη που μας άφησαν, χωρίς να αναγκαστούμε να την περικόψουμε ή να την απλουστεύσουμε ακόμα περισσότερο για να γίνει αποδεκτή σε τρίτους.

Οι ίδιοι οι λαθρομετανάστες -είτε χωρίς να το συνειδητοποιούν είτε επειδή δεν τους απασχολεί καν- αποκόπτονται και αυτοί σταδιακά από την χώρα τους και την δική τους πολιτισμική παράδοση καθώς σύρονται βίαια στον ίδιο χωνευτήρι κατεστραμμένων πολιτισμών που οραματίζονται να κτίσουν οι κοινοί νεοταξικοί μας δυνάστες, οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν έχουν πουθενά ευνοουμένους, αλλά καλλιεργούν την αντιπαλότητα μεταξύ των λαών ψυχρά και μεθοδικά, μέσα από μια αφύσικη και βίαια ανάμιξη τους.

Οι στρατευμένοι γραφείς τους -εκούσιοι και ακούσιοι- αγωνίζονται ώστε να χαρακτηρισθούν ως ‘ρατσιστικά’ μια σειρά από κοινωνικά αμυντικά μέτρα τα οποία δεν στρέφονται εναντίον καμιάς φυλής, κανενός λαού και καμιάς θρησκείας άρα εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να είναι τέτοια.

Αφορούν τον περιορισμό των οποιασδήποτε προέλευσης μεταναστών σε ποσοστιαία όρια που δεν θα επιτρέπουν την αλλοίωση της ταυτότητας μας ως λαού. Παρεμπιπτόντως στα ποσοστά αυτά θα έπρεπε να προσμετρώνται και οι κοινοτικοί μας ‘συγκάτοικοι’ κατά προτεραιότητα. Ζούμε μέσα σε έναν χώρο τον οποίο κατέχουμε αδιάλειπτα εδώ και πάρα πολλές χιλιάδες χρόνια και θέλουμε να εξακολουθήσουμε να τον θεωρούμε δική μας πατρίδα και πατρίδα των δικών μας παιδιών.

Η απαίτηση αυτή δεν αφορά το έθνος των Ελλήνων μεμονωμένα, αλλά και κάθε άλλο έθνος στον κόσμο που μάχεται ενάντια στις ίδιες ολιγαρχικές δυνάμεις για να διατηρήσει ζωντανή την ταυτότητα του. Δεν μπορεί λοιπόν κάτι τέτοιο να θεωρηθεί -ούτε καν με την «αναβαθμισμένη» έννοια του όρου- ως ‘ρατσιστική’ ιδέα, τη στιγμή που για τους ίδιους λόγους η διατήρηση της γεωγραφικής και εθνικής ταυτότητας ευνοεί μακροπρόθεσμα όλους τους μετανάστες για τους οποίους κάποιοι ανεγκέφαλοι κόπτονται και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους αποκαλώντας τους θύματα ρατσιστών, όταν στην πραγματικότητα αυτοί είναι θύματα της  ίδιας νεοταξικής ισοπεδωτικής λαίλαπας που καταπίνει αδιάκριτα πολιτισμούς χιλιετιών.

Για όσους διατηρούν και τις ελάχιστες ψευδαισθήσεις, οι σκοποί της Νέας Τάξης έχουν δηλωθεί με σαφή και απροκάλυπτο τρόπο και η  δράση της δεν είναι ούτε κρυφή ούτε δήθεν παρεξηγημένη. Απλά δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή καθώς εκδηλώνεται σε τόσο απρόσωπη και γιγαντιαία κλίμακα που ο νους του μέσου ανθρώπου αδυνατεί να την συλλάβει.

Κώστας Σκανδάλης