Θεαγένης ο Θάσιος: ο θεός θεραπευτής του πυρετού

Θεαγένης ο Θάσιος: ο θεός θεραπευτής του πυρετού


Ο Θεαγένης, γιος του Τιμοσθένη ενός ιερέα στο ναό του Ηρακλή στη Θάσο, εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους παγκρατιστές και μετά το θάνατό του λατρεύτηκε ως θεός-θεραπευτής. Θεωρείται η αρχαιότερη περίπτωση θεοποίησης αθλητή. Μερικοί πίστευαν ότι ήταν στην πραγματικότητα γιος κάποιου θεού, ο οποίος μεταμφιεσμένος κοιμήθηκε με τη μητέρα του. Κατά μια άλλη εκδοχή θεωρούνταν γιος του Ηρακλή. Ένα συμβάν στην ηλικία των εννέα ετών έκανε το όνομα του Θεαγένη για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστό.

Ο Θεαγένης γυρίζοντας από το σχολείο είδε στην αγορά ένα μπρούτζινο άγαλμα θεού και του άρεσε τόσο πολύ που το άρπαξε από τη βάση του και κουβαλώντας το στους ώμους το πήγε στο σπίτι του. Καθώς αποκαλύφθηκε η πράξη του αυτή, που θεωρείτο ιεροσυλία, κάποιοι παρά το νεαρό της ηλικίας του ζήτησαν για αυτόν την ποινή του θανάτου. Για καλή του τύχη πρυτάνευσε η λογική ενός γέροντα, που δήλωσε πως αρκούσε ως τιμωρία να κουβαλήσει το άγαλμα πάλι πίσω στη θέση του.
Ο νεαρός Θάσιος έγινε για πρώτη φορά ολυμπιονίκης το 480 π.Χ. (75η Ολυμπιάδα) στο άθλημα της πυγμής και το 476 π.Χ. (76η Ολυμπιάδα) στο παγκράτιο. Νίκησε, σύμφωνα με τον Παυσανία, τρεις φορές στα Πύθια, εννέα στα Νέμεα και δέκα στα Ίσθμια, άλλοτε στην πυγμαχία και άλλοτε στο παγκράτιο.

Σε κάποιους αγώνες προς τιμήν του Αχιλλέα στη Φθία αγωνίστηκε στον δόλιχο δρόμο (δρόμος αντοχής, μήκους 2 σταδίων: ~3600 μ.) και επίσης νίκησε. Ο συνολικός αριθμός των νικών του σε αγώνες φθάνει σύμφωνα με διάφορες πηγές μεταξύ 1200 και 1400. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, οι στέφανοι που είχε κερδίσει κατά τη διάρκεια της αθλητικής του δραστηριότητας ανέρχονταν στους 1.400.


Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το άγαλμά του στην Ολυμπία, έργο του γλύπτη Γλαυκία από την Αίγινα, ήταν στημένο στην Άλτη δίπλα σε εκείνα του Φιλίππου Β’ και του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στους δε Δελφούς κέρδισε χωρίς να έχει αγωνισθεί αφού κανείς δεν τόλμησε να τον αντιμετωπίσει.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος που εν ζωή δεν είχε ποτέ καταφέρει να νικήσει τον Θεαγένη, πήγαινε κάθε νύχτα και χτυπούσε και μαστίγωνε τον ανδριάντα του. Μια βραδιά το άγαλμα φεύγοντας από τη βάση του έπεσε και σκότωσε τον άνθρωπο αυτόν. Τα παιδιά του στη θλίψη τους, κατηγόρησαν το άγαλμα για φόνο και ζήτησαν να εφαρμοστεί ο νόμος, που προέβλεπε ισόβια εξορία από το νησί. Έτσι αποφασίστηκε να απομακρυνθεί ο ανδριάντας, που πετάχθηκε στη θάλασσα.

Μετά απ’ αυτό, μεγάλη ξηρασία χτύπησε το νησί και ο λαός δυστύχησε. Ακολουθώντας δελφικό χρησμό, οι Θάσιοι, σε μια προσπάθεια να εξευμενίσουν τη Δήμητρα, επανέφεραν στο νησί όλους τους εξόριστους.

Ωστόσο, η ξηρασία και ο λιμός συνεχίστηκαν και οι άρχοντες ξαναζήτησαν τη συμβουλή του μαντείου. Τότε η Πυθία τούς θύμισε το άγαλμα του Θεαγένη που βρισκόταν στο βυθό της θάλασσας. Και ενώ εκείνοι ανησυχούσαν για το πώς θα βρουν το άγαλμα, κάποιοι ψαράδες το έπιασαν στα δίχτυα τους και το έφεραν στη στεριά.

Η ξηρασία σταμάτησε και από τότε οι Θάσιοι άρχισαν να προσφέρουν θυσίες στο θεό-θεραπευτή Θεαγένη.
Ο Θεαγένης δοξασμένος από τις πολλές επιτυχίες έγινε αντικείμενο λατρείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μετά το θάνατό του οι Θάσιοι έστησαν στο νησί ανδριάντα προς τιμήν του. Στην αγορά της Θάσου όπου στήθηκε το άγαλμά του θεωρούνταν θεός θεραπευτής του πυρετού.

6.2 Τῶν δὲ βασιλέων τῶν εἰρημένων ἕστηκεν οὐ πόρρω Θεαγένης ὁ Τιμοσθένους Θάσιος. Θάσιοι δὲ οὐ Τιμοσθένους παῖδα εἶναι Θεαγένην φασίν, ἀλλὰ ἱερᾶσθαι μὲν Ἡρακλεῖ τὸν Τιμοσθένην Θασίῳ, τοῦ Θεαγένους δὲ τῇ μητρὶ Ἡρακλέους συγγενέσθαι φάσμα ἐοικὸς Τιμοσθένει. Ἔνατόν τε δὴ ἔτος εἶναι τῷ παιδὶ, καὶ αὐτὸν ἀπὸ τῶν διδασκάλων φασὶν ἐς τὴν οἰκίαν ἐρχόμενον, ἄγαλμα ὅτου δὴ θεῶν ἀνακείμενον ἐν τῇ ἀγορᾷ χαλκοῦν (χαίρειν γὰρ τῷ ἀγάλματι αὐτόν) ἀνασπάσαι τε δὴ τὸ ἄγαλμα, καὶ ἐπὶ τὸν ἕτερον τῶν ὤμων ἀναθέμενον ἐνεγκεῖν παρ’ αὑτόν [6.3] ἐχόντων δὲ ὀργὴν ἐς αὐτὸν ἐπὶ τῷ πεποιημένῳ τῶν πολιτῶν, ἀνήρ τις αὐτῶν δόκιμος καὶ ἡλικίᾳ προήκων ἀποκτεῖναι μὲν σφᾶς τὸν παῖδα οὐκ ἐᾷ, ἐκεῖνον δὲ ἐκέλευσεν ἐκ τῆς οἰκίας αὖθις κομίσαι τὸ ἄγαλμα ἐς τὴν ἀγοράν: ὡς δὲ ἤνεγκε, μέγα αὐτίκα ἦν κλέος τοῦ παιδὸς ἐπὶ ἰσχύι, καὶ τὸ ἔργον ἀνὰ πᾶσαν ἐβεβόητο τὴν Ἑλλάδα.

6.2. Κοντά σ’ αυτούς τους βασιλείς, είναι στημένος ο Ανδριάντας του Θασίου Θεαγένη, γιου του Τιμοσθένη. Οι Θάσιοι όμως λένε ότι ο Θεαγένης δεν ήταν γιος του Τιμοσθένης „ αλλά ότι ο Τιμοσθένης ήταν ιερέας του Θασίου Ηρακλή, που το φάντασμά του εμφανίστηκε με τη μορφή του Τιμοσθένη και πλάγιασε με τη μητέρα του Θεαγένη. Λένε ακόμη ότι, όταν το παιδί ήταν εννέα ετών, καθώς επέστρεφε μια μέρα στο σπίτι του από το σχολείο, πήρε χάλκινο άγαλμα ενός θεού που του άρεσε από την αγορά, όπου ήταν τοποθετημένο, και το μετέφερε στο σπίτι στον ώμο του.

6.3. Οι κάτοικοι εξοργίστηκαν μ’ αυτή τη συμπεριφορά, αλλά μερικοί επιφανείς γέροντες της πόλης δεν τους άφησαν να θανατώσουν το παιδί. Το διέταξαν όμως να φέρει το άγαλμα από το σπίτι του πίσω στην αγορά. Το αγόρι υπάκουσε και έγινε ξακουστό για τη δύναμή του, ενώ το έργο του έγινε γνωστό σ’ ολόκληρη την Ελλάδα.

Πηγή: Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, Ηλιακών Β, VI.11, 6.2-6.3

Οι σύγχρονοι κάτοικοι του νησιού τίμησαν τη μνήμη του ολυμπιονίκη συμπατριώτη τους, τοποθετώντας το μαρμάρινο άγαλμα του Θεαγένη στην αρχή της κεντρικής παραλίας του Λιμανιού της Θάσου. Ο ποδοσφαιρικός σύλλογος του Λιμένα, που ιδρύθηκε το 1969, φέρει το όνομά του, «Α.Ο. Θεαγένης Θάσου» και στο σύμβολό του απεικονίζει την κεφαλή του Θεαγένη.

Πηγή …